ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, 632 σελίδες
ISBN: 978-960-9527-81-1
ΙΚΑΡΟΣ 2013
Η Λουίζα Λασκαράτου επιστρέφει από την Οξφόρδη ύστερα από τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα της, αθηναίου δικηγόρου. Την περιμένει το τελευταίο του μήνυμα: η άγνωστη σ’ εκείνη φωτογραφία του πίνακα ενός διάσημου σκοτσέζου ζωγράφου του 19ου αιώνα, που είχε κλαπεί από την οικογένειά της στα χρόνια της Κατοχής. Σύντομα η Λουίζα θα ανακαλύψει πως η ιστορία του πίνακα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανεξήγητη εκτέλεση της νεαρής ζωγράφου Λουίζ Χατζηλουκά, μητέρας του πατέρα της, το 1944. Η αλήθεια όμως, όπως και η τύχη του πίνακα αγνοούνται…
Μέσα από την αναζήτηση ενός χαμένου πίνακα, το μυθιστόρημα εξερευνά τους εύθραυστους δεσμούς που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν, τη σχέση της απώλειας με τη μνήμη, αλλά και την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που συνέβη και αυτό που μεταφέρεται, την αλήθεια και τις αφηγήσεις της.
“Το μεγάλο επίτευγμα της Ντορίνας Παπαλιού είναι ότι το μυθιστόρημα διαβάζεται με μια σπάνια και αντιφατική διάθεση. Από τη μία πλευρά θέλεις να τελειώσει για να μάθεις το τέλος της ιστορίας και από την άλλη εύχεσαι να μην τελειώσει γιατί χάνεις την απόλαυση της ανάγνωσης. Χωρίς την παραμικρή πρόθεση υπερβολής, πρόκειται για ένα από τα καλύτερα ρεαλιστικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων”. Γ. Ν. Φέρτης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
“Αν πετυχαίνει τον σκοπό της η συγγραφέας του μυθιστορήματος «Το απαραίτητο φως» είναι επειδή η δομή της πλοκής είναι άψογη και, γι’ αυτό, είναι αδύνατο να το αφήσεις”.Σ.Κασιμάτης, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
” … n Λουίζ Χατζηλουκά και n Λουίζα που θα μας κερδίσουν από την πρώτη στιγμή με τις πολύχυμες αντιφάσεις και τον εκρηκτικό ψυχισμό τους. H κυριότερη αρετή […] n συνοχή με την οποία πλέκονται τα κεντρικά θεματικά του μοτίβα, όπως και n εντελής οργάνωση της πλοκής που διαφυλάσσει επιμελώς το μυστικό της μέχρι και τις τελευταίες αράδες, αποκαλύπτοντας με μαστοριά κάθε στάδιο μέσω του οποίου φτάνουμε στην τελική λύση”. Β. Χατζηβασιλείου, ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
“Η καλοσχεδιασμένη οργάνωση της πλοκής και το σταδιακό χτίσιμο της δράσης μέχρι την τελική λύση, το έντονο σασπένς και η προσεκτική σκιαγράφηση του ψυχισμού των ηρώων, ειδικά των δύο πρωταγωνιστριών, κάνουν το «Απαραίτητο φως» ένα απολαυστικό βιβλίο”. Δ. Ρουμπούλα, ΈΘΝΟΣ
“Μπορεί κανείς να θαυμάσει την οικονομία του έργου, το οποίο σε πάνω από εξακόσιες σελίδες καταφέρνει να συναρμόσει τα γεγονότα, τα πρόσωπα και τις εξελίξεις σε ένα άρτιο σύνολο, που αποζημιώνει τον αναγνώστη […]Η όλη εικονοποιία δημιουργεί εντυπώσεις κινηματογραφικής ταινίας και τα πρόσωπα εντάσσονται πλήρως στον χρόνο και στην ατμόσφαιρα των γεγονότων. Η σχοινοτενής ιστορία δεν κουράζει, αν κανείς δεν επείγεται να μάθει το τέλος, αλλά εξερευνά διάφορα ιστορικά και ψυχικά δεδομένα, καθώς ο αναγνώστης φαντάζεται ποικίλα σκηνικά και περνά από το παρόν στο παρελθόν και τανάπαλιν, βιώνοντας ενεργά το κλίμα της Κατοχής”. Γ.Ν. Περαντωνάκης, BOOKPRESS
“Πολυεπίπεδο και πολυπρισματικό, το νέο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού έρχεται ως μια επιβεβαίωση λογοτεχνικής ωριμότητας. «Το απαραίτητο φως» είναι ένα πλούσιο, διαβαστερό ανάγνωσμα, το οποίο αντιπαραβάλλει και ανατέμνει τη δεκαετία του 1940 με την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα”. Ν. Βατόπουλος, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
“…εκτός από τους άριστους χαρακτήρες και τη συναρπαστική πλοκή, έρχεται να εμπλουτίσει τον μακρύ κατάλογο των ωραίων αθηναιογραφικών κειμένων και είναι ένα ενδιαφέρον σχόλιο γύρω από τους ποιητικούς κώδικες της ζωγραφικής… μια πολυεπίπεδη, φιλόδοξη κατασκευή. Μια ακαταπόνητη αναζήτηση όχι μόνον της αλήθειας, αλλά και του νοήματος της έννοιάς της, του σχετικού χαρακτήρα της και της κατασκευασμένης φύσης της”. E.Κοτζιά, ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ
“Η Ντορίνα Παπαλιού είχε δείξει από το πρώτο της έργο, το «Γκάτερ», ότι ξέρει πολύ καλά να δημιουργεί σασπένς, κι επαληθεύει τις ικανότητες αυτές στο νέο της μυθιστόρημα… Εξαιρετικό είναι το δέσιμο της πλοκής, με τα νήματα να πλέκονται αριστοτεχνικά, φανερώνοντας κάθε φορά όσα χρειάζεται μέχρι το τέλος, που αναδεικνύει και αυτό το απαραίτητο για τον κάθε καλλιτέχνη φως”. Τ. Δημητρούλια, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
“…ένα έργο αληθινά αριστουργηματικό”. Χ. Παπαγεωργίου, diastixo.gr
Το βιβλίο της Ντορίνας Παπαλιού, ευτυχώς, έδωσε στην ελληνική τηλεόραση μια σειρά εποχής που δεν νιώθεις ακραίο cringe όταν την παρακολουθείς. Το Απαραίτητο Φως, η ελληνική σειρά του Ertflix είναι βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού, σε σενάριο Μιρέλλας Παπαοικονόμου και Κάτιας Κισσονέργη και σκηνοθεσία Λάμπη Ζαρουτιάδη. Και είχαμε πολλές ερωτήσεις για την ταλαντούχα συγγραφέα και τις μυθιστορηματικές ηρωίδες της.
Με την Ντορίνα Παπαλιού μιλήσαμε και για εκείνo τo βιβλίο της που θα γίνει επίσης σειρά (in the making), για τα μισοτελειωμένα βίβλια της και εκείνα που έκαναν τη μαμά της να τη ρωτήσει γιατί οι ηρωίδες που γράφει έχουν κακές σχέσεις με τη μητέρα τους.
– Πότε είδες πρώτη φορά τους ήρωες του βιβλίου σου να ζωντανεύουν και πώς ένιωσες;
Ήταν στα πρώτα γυρίσματα της σειράς, μέσα στο διαμέρισμα που μετατράπηκε στο «διαμέρισμα της οδού Σκουφά», το σπίτι δηλαδή της ζωγράφου Λουίζ στα χρόνια της Κατοχής κι έπειτα της εγγονής της Λουίζας, στην σύγχρονη εποχή. Εκείνη την ημέρα ο χώρος ήταν διαμορφωμένος με το ντεκόρ της εποχής του 40’. Είχα σταθεί πίσω από το μόνιτορ, πλάι στον σκηνοθέτη Λάμπη Ζαρουτιάδη, και όταν εκείνος είπε «πάμε», η Μαριάννα Πουρέγκα με τον σκωτσέζικο μπερέ της και τα κόκκινα-τζίντζερ μαλλιά της να πέφτουν λυτά στους ώμους με τις μπούκλες της εποχής άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο διαμέρισμά της ως Λουίζ. Ήταν μια άλλη Λουίζ στην όψη από κείνην που είχα στο νου μου καθώς έγραφα, αλλά είχε τον αέρα της, το βάδισμά της, τις κινήσεις της, το ύφος και τον λόγο της Λουίζ του μυθιστορήματος. Αυτό που ένιωσα ήταν πως η Λουίζ είχε μπει μέσα στη Μαριάννα. Ή μήπως η Μαριάννα μέσα στη Λουίζ;
– Πώς έγινε το βιβλίο σου μια σειρά στην κρατική τηλεόραση; Πότε ξεκίνησε αυτό το ταξίδι.
Αρχικά, μου ζήτησε τα δικαιώματα του βιβλίου ο Διονύσης Σαμιώτης, της Tanweer. Εκείνος ήταν που ανέθεσε την συγγραφή του σεναρίου στην Μιρέλλα Παπαοικονόμου και την Κάτια Κισσονέργη. Αλλά στην πορεία φοβήθηκε ότι με μικρό budget δεν θα μπορέσουν να βγάλουν αυτό που είχαν οραματιστεί. Κουβέντιασα τότε με τις σεναριογράφους, που το πίστευαν και ήθελαν να το προχωρήσουν. Εκείνες το πήγαν στην NEEDaFIXER. Η Ελισσάβετ Χατζηνικολάου, υπεύθυνη της εταιρείας παραγωγής για τη μυθοπλασία, ενθουσιάστηκε από την αρχή, δεν το φοβήθηκε, είπε «είμαι μέσα, θα τα δώσω όλα». Κατέθεσε την πρόταση στην ΕΡΤ, την ενέκριναν από τη επιτροπή του καναλιού, και από εκεί κι ύστερα ξεκίνησε μια υπέροχη συνεργασία με το κρατικό κανάλι.
– Ήσουν παρούσα στα γυρίσματα;

Ήμουν παρούσα σε κάποια γυρίσματα, επιλεκτικά. Αυτό που με ενθουσίασε ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης και ο διευθυντής φωτογραφίας φώτιζαν τις σκηνές, μεταμορφώνοντας τους χώρους αισθητικά και δραματοποιώντας. Ένας από τους λόγους που αρκετοί λένε ότι η εικόνα της σειράς είναι κινηματογραφική και λιγότερο τηλεοπτική, έχει να κάνει και με το πως διαχειρίστηκαν το φως και το χρώμα. Και αυτή η φωτιστική και χρωματική παλέτα έγινε με άποψη. Φώτισαν με ελάχιστα φώτα, για να βγαίνει η ατμόσφαιρα της εποχής του ‘40, δίχως να γίνει vintage. Αλλά και συχνά, τόσο σε σκηνές της σύγχρονης όσο και της εποχής του 40’, περίμεναν και το φυσικό φως, όπως τον ήλιο ανάμεσα στα δέντρα, εκεί που θα στρέψει το βλέμμα της η Λουίζ στη σκηνή της εκτέλεσης. Είναι το φως το ελληνικό, που αναζητεί η ζωγράφος Λουίζ στην τέχνη της, είναι το φως της αλήθειας που γυρεύει με την ερευνητική της ματιά η Λουίζα.
– Ποια γυναίκα από το «Απαραίτητο Φως» σού μοιάζει;
Δεν θα το έλεγα ομοιότητα, αλλά μου βγαίνει σ’ αυτές ο θαυμασμός που νιώθω για γυναίκες που δίνονται απόλυτα σε κάτι, την τέχνη, τους στόχους τους, δίχως να το βάζουν κάτω μπροστά στις δυσκολίες. Τυχαίνει να έχω σπουδάσει κι εγώ, όπως η νεαρή ηρωίδα μου Λουίζα, κοινωνική ανθρωπολογία, αυτή στην Οξφόρδη, εγώ στο Κέιμπριτζ. Η Λουίζα είναι μουσειολόγος-κοινωνική ανθρωπολόγος και καταπιάνεται με τη σχέση των αντικειμένων με τη ζωή των ανθρώπων – αυτό κοιτάει κανείς σε ένα μουσείο, τη χρήση και την σημασία των αντικειμένων. Με έναν τρόπο η δουλειά της τη βοηθάει να κατανοήσει κι αυτά που της άφησε ο πατέρας της μετά τον θάνατό του, να διερευνήσει πώς σχετίζονται με τον ίδιο και με κείνην.
Ένα ακόμα δικό μου στοιχείο είναι η αγάπη μου για τη ζωγραφική. Όταν ανακάλυψα τους Glasgow Boys, αυτή τη ριζοσπαστική, μοντερνιστική ομάδα Σκοτσέζων ζωγράφων, που επηρέασαν την τέχνη της Σκωτίας την περίοδο του 1880, είπα, «κάτι θέλω να κάνω κάποια στιγμή με αυτούς». Και με ενδιαφέρει πολύ και η γενιά του ‘30, στην οποία ανήκει η ζωγράφος Λουίζ. Ο τίτλος του βιβλίου και της σειράς, Το απαραίτητο φως, αφορά και τη ζωγραφική, όχι μονάχα το να λυθεί το μυστήριο του χαμένου πίνακα, αφορά την αλήθεια σε πολλές τις εκφάνσεις.
Η Λουίζ προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τον Αττικό ουρανό, το φως, όπως πέφτει πάνω στην πόλη. Μισή Σκωτσέζα, μισή Ελληνίδα και πρόσφυγας από τη Σμύρνη ταυτίζεται με την πόλη, ζωγραφίζει την Αθήνα, ζωγραφίζει τοπία, αναζητά τα χρώματα, όπως αποδίδονται μέσα στο φως το ελληνικό. Μέσα από αυτό ψάχνει, παλεύει με την ελληνικότητά της, κάτι που χαρακτηρίζει και άλλους καλλιτέχνες που ανήκουν στη γενιά του ’30, αναζητώντας την στην ποίηση, στη λογοτεχνία τους. Και οι επιλογές που κάνει η Λουίζ στη ζωή της, στον έρωτα, σε όλα, έχουν να κάνουν με την αφοσίωσή της στις ιδέες της, στο ποια είναι, στην πίστη στα ιδανικά της που δεν θα προδώσει.
– Διάβασα ότι θα μεταφερθεί στη μικρή οθόνη και το πρώτο σου βιβλίο, θα μας πεις περισσότερα;
Ναι, μου έχουν κάνει μια πρόταση και πάλι για μίνι τηλεοπτική σειρά για το Γκάτερ, το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψα το 2007, με ήρωα έναν νεαρό κομίστα και αστυνομική πλοκή. Με την Κάτια Κισσονέργη σεναριογράφο το έχουμε ήδη βάλει μπροστά.
– Είχες δει τη μεταφορά κάποιου αγαπημένου σου βιβλίου στη μικρή οθόνη και σκέφτηκες ότι είναι «ωραία φάση»;
Δεν θα έλεγα ακριβώς αγαπημένου μου βιβλίου, αλλά εντυπωσιάστηκα από την λιτή και γοητευτική μεταφορά του μυθιστορήματος Κανονικοί Άνθρωποι της Ιρλανδής συγγραφέως Σάλι Ρούνεϊ (Sally Rooney). Είναι μια ιστορία για 2 νέους ανθρώπους που κάνουν ότι μπορούν να μην είναι μαζί, αλλά και χώρια δεν μπορούν, που μιλάει για τα τραύματα που μας διαμορφώνουν και τη δυσκολία των ανθρώπων να αλλάξουν. Ίσως επειδή ήταν εκπληκτικά πιστό στο βιβλίο, δίχως όμως να χάνει στον κινηματογραφικό ρυθμό και την δραματοποίηση, να με κέρδισε.
– Πώς κατάφερες να «ξεφύγεις» από τον κινηματογράφο και το ντοκιμαντέρ;
Μαρία ΜαράκηΌταν σπούδαζα στην Αμερική, παράλληλα με τις σπουδές μου στην Ιστορία, γύρισα 2 φοιτητικές, μικρού μήκους ταινίες (σενάριο- σκηνοθεσία). Όμως, δεν με κέρδισε το σινεμά. Πρέπει να μοιράζεσαι το όραμά σου με άλλους συντελεστές και αυτό το βρήκα δύσκολο, ήθελα να έχω τον απόλυτο έλεγχο των πραγμάτων. Κι έπειτα, η αφηγηματική γλώσσα του σινεμά έχει πολλούς περιορισμούς. Στηρίζεσαι κυρίως στην εικόνα και τους διαλόγους. Γράφοντας ένα μυθιστόρημα εισχωρείς στην ψυχή και τις σκέψεις των χαρακτήρων, και αυτό είναι που με συνεπαίρνει, ο σύνθετος εσωτερικός κόσμος των ανθρώπων.
Η ελευθερία όταν γράφεις μια σκηνή στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση είναι περιορισμένη, αγωνιάς για το πόσο θα κοστίσει και αν είναι εφικτό να γυριστεί. Στο μυθιστόρημα ταξιδεύεις όπου θέλεις. Τώρα που το Απαραίτητο φως έγινε σειρά, είδα πόσο σύνθετο ήταν για τους σεναριογράφους και τον σκηνοθέτη να μεταφέρουν τον κόσμο του έτσι όπως εγώ τον έχτισα. Αλλά πιστεύω πως έκαναν το καλύτερο δυνατό και πως είναι μια πολύ ιδιαίτερη σειρά.
-Πώς γράφεις; Σε κυριεύει η δημιουργία του μυθιστορήματος και δεν ασχολείσαι με τίποτα άλλο ή το βλέπεις ως δουλειά και έχεις ωράριο και σύστημα;
Γράφω πάντα με ωράριο. Το πρωί θα καθίσω μπροστά στον υπολογιστή μου και θα αρχίσω. Το πότε θα τον κλείσω έχει να κάνει με την κούραση, την ικανοποίηση ή την απελπισία του γραψίματος, και τις άλλες μου υποχρεώσεις. Όταν έχεις οικογένεια δεν μπορείς να γίνεις εμμονικός με τη δουλειά. Να πω όμως πως το γράψιμο απαιτεί και πολύ διάβασμα, σχετικό ή μη με αυτό που δουλεύω κάθε φορά. Κι αν κάτι συγκράτησα από τις σπουδές μου στην Ιστορία κι έπειτα στην κοινωνική ανθρωπολογία, περισσότερο κι από τις γνώσεις, είναι η μέθοδος της έρευνας, απαραίτητη όταν απαιτείται να βυθιστείς σε έναν κόσμο, αυτόν των χαρακτήρων σου, που δεν είναι ο δικός σου, αλλά ένας κόσμος για τον οποίο μπορεί να γνωρίζεις ελάχιστα.
«Δεν γράφουμε πάντα για πράγματα που μας είναι οικεία ή βιωματικά, θα ήταν πολύ μικρό το ρεπερτόριο των ιστοριών».
Σε κάθε δημιουργό, ωστόσο, η ισορροπία ανάμεσα σε μια εγκεφαλική προσέγγιση και αυτό που βγαίνει πηγαία, από το συναίσθημα, είναι δύσκολη και εύθραυστη. Αν κάτι μπορώ να πω για μένα είναι πως πάντα ξεκινώ με τους ήρωες, με αυτούς θα ταυτιστώ συναισθηματικά για να αφηγηθώ όσο πιο αληθινά μπορώ την ιστορία τους.
– Τι έψαξες για να γράψεις το «Απαραίτητο Φως»; Ιστορία σίγουρα διάβασες, φαίνεται στο βιβλίο.
Έκανα αρκετή ιστορική έρευνα, αλλά από μόνη της δεν αρκεί για να μπεις στο πνεύμα και την ατμόσφαιρα μιας εποχής. Εξέτασα πρωτογενείς πηγές, βιογραφίες, συνεντεύξεις και μίλησα με ανθρώπους που σχετίζονταν με τον κόσμο των χαρακτήρων μου. Πρόλαβα να συναντήσω ανθρώπους που είχαν συμμετάσχει στην Αντίσταση και είχαν πολλές ιστορίες να μοιραστούν από τα χρόνια της Κατοχής.
Από εκεί και πέρα, ο τρόπος που γράφει ένας συγγραφέας για μια εποχή που δεν την έχει ζήσει –πράγμα πολύ συνηθισμένο βέβαια– είναι με την κοινή ανθρώπινη εμπειρία, με τη δυνατότητα που έχουμε, ως άνθρωποι, να καταλαβαίνουμε και να ταυτιζόμαστε με άλλους ανθρώπους, έστω κι αν ανήκουν σε άλλους καιρούς. Ένα μυθιστόρημα άλλωστε δεν είναι ανθρωπολογική ή ιστορική μελέτη. Ο σκοπός του δηλαδή δεν είναι να αναδείξει τη διαφορετικότητα μιας άλλης εποχής, αλλά την ανθρώπινη ιστορία που κινείται μέσα σε αυτήν.
«Ταυτίζεσαι με τους ήρωες βάσει των κοινών ανθρώπινων βιωμάτων, των δικών τους και των δικών σου. Αυτά είναι το κλειδί που τους ξεκλειδώνει, για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Ο έρωτας, ο φθόνος, η αγάπη της δημιουργίας, η αγωνία του θανάτου, υπάρχουν σε κάθε εποχή».
– «Η φωνή στα χέρια της» είναι ένα βιβλίο με ανώνυμη ηρωίδα, γιατί;
Την ονόμασα «το κορίτσι» από την πρώτη εικόνα της που ήρθε στον νου μου, αυτήν ενός κοριτσιού με μια λευκή θήκη βιολιού στον ώμο, που περπατά μέσα στον κόσμο ενός πολυσύχναστου δρόμου του Λονδίνου, για την οποία δεν γνωρίζω τίποτα, αλλά θέλω να μάθω τα πάντα. Στην πορεία ανακάλυψα, με τον τρόπο που έχουν οι συγγραφείς να ανακαλύπτουν για τους ήρωές τους γράφοντας, πως έτσι την αποκαλούσε η μητέρα της. Και έπειτα, όσο έμπαινα στον κόσμο της μονάχα αυτό της ταίριαζε, καθώς βυθιζόμουν στη δική της πια αναζήτηση της ταυτότητάς της μέσα και έξω από την τέχνη.
Ποια είναι στ’ αλήθεια, ποια θέλει να είναι, ποια θέλουν οι άλλοι να είναι, ποια απαιτεί η αγορά να τους πουλήσει ως εκείνη, ποια είναι εκείνη που δυσκολεύεται να ανθίσει και τι εμπόδια συναντά. Οι φωνές των άλλων, οι κρυφές φωνές μέσα της που πηγάζουν από τραύματα, αδυναμίες, ανασφάλειες, η έμφυτη αμφισβήτηση του δημιουργού, συναντιούνται σε κάθε της νότα και στη ζωή.
Όταν κάποια στιγμή πάνω στον πάγκο ενός δισκοπωλείου απλώνει το χέρι της και διατρέχει τις συλλογές πίσω από μια καρτέλα με το γράμμα Π, το αρχικό του Μετρ, όπως εκείνη αποκαλεί τον μεγάλο σολίστ που στην πορεία θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή της, αναρωτιέται πώς θα φτάσει η ίδια εκεί. Τόσοι λίγοι πάγκοι για να σηκώσουν το βάρος τόσων πολλών ονομάτων… Και το δικό της όνομα; σκέφτεται. Η δική της φωνή; Επειδή αυτά είναι ερωτήματα για το τέλος του βιβλίου, εκείνη παραμένει για μένα ως το τέλος «το κορίτσι».
– Πώς είναι η ζωή με 2 συγγραφείς στο ίδιο σπίτι (σ.σ. σύζυγός της είναι ο Απόστολος Δοξιάδης);
Έχουμε έναν κανόνα: ενώ μιλάμε για τα πάντα, δεν μιλάμε ποτέ γι’ αυτό που γράφουμε, μέχρι να φτάσει σε κάποιο πολύ προχωρημένο στάδιο. Φυσικά, για το ίδιο το γράψιμο, τη θεωρία, τις δυσκολίες της δουλειάς, τα συναισθήματα, για άλλα βιβλία και συγγραφείς μιλάμε πολύ. Είναι παράξενο, αλλά στα αλήθεια δεν γνωρίζουμε το παραμικρό για το τι πραγματεύεται το βιβλίο που γράφεται στο διπλανό δωμάτιο! Βέβαια, μπορεί κάτι να μαντεύουμε από τα διαβάσματα του άλλου, από πράγματα που ξεφεύγουν τυχαία στην κουβέντα.
Μαρία ΜαράκηΚι αυτό, γιατί αν μιλάς γι’ αυτό που γράφεις, κυρίως στις αρχές του, χάνεται η δημιουργική ενέργεια του έργου, διασπάται. Ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα εύθραυστος μέχρι να φτάσει στη στιγμή που νιώθει πως όλο αυτό το εγχείρημα, του βιβλίου που γράφει, κάπου φτάνει. Αλλά, μέχρι εκείνην τη στιγμή, η παραμικρή εξωτερική παρέμβαση ή κριτική, ακόμα και μια γκριμάτσα, μια ξινή αντίδραση, μια λάθος φράση ή λέξη του άλλου, μπορούν να σε κατατροπώσουν, να πέσεις και να μην ξανασηκωθείς, δηλαδή να πεθάνει το έργο.
«Είσαι σε έναν κόσμο φανταστικό, δικό σου, και αν μπει μια εξωτερική ματιά πριν την ώρα της, μπορεί να στον διαλύσει και να πάψεις να τον νιώθεις αληθινό, να μην μπορείς να γράψεις πια».
– Είναι αλήθεια ότι η μητέρα σου σε ρώτησε γιατί οι ήρωες σας έχουν μάλλον κακές σχέσεις με τη μητέρα τους στα βιβλία σου;
Πράγματι, λίγο μετά την έκδοση του τελευταίου μου μυθιστορήματος, με ρώτησε αν το γεγονός ότι οι κεντρικοί ήρωες των μυθιστορημάτων μου έχουν προβληματικές ή κακές σχέσεις με τη μητέρα τους είχε να κάνει με τη δική μας σχέση, με κάτι που δεν είχε αντιληφθεί, που της κρατούσα κρυφό. Θέλησε να της εξηγήσω κι εγώ της απάντησα πως δεν είχε κανένα νόημα αυτή η συζήτηση. «Όχι, της λέω, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Και δεν αφορά εσένα, επειδή δεν είσαι εσύ η μαμά των ηρώων μου, είσαι η δική μου!».
– Βρήκες την απάντηση στα υπαρξιακά αναπάντητα ερωτήματα γράφοντας; Κατάλαβες καλύτερα «ποια είσαι»; Κι αν ναι, σου άρεσε αυτή η συνειδητοποίηση;
Είναι μοιραίο να πραγματεύεσαι μέσα από τους ήρωες ζητήματα που και σένα σε απασχολούν, αλλιώς είναι δύσκολη η ταύτιση με τους χαρακτήρες. Δεν γράφω ωστόσο για να λύσω δικά μου ζητήματα, αλλά των ηρώων μου. Αυτά που διερευνώ σε κάθε αφήγηση πρέπει να αφορούν πρωτίστως τους ήρωες, και όχι να έρχονται από μένα τεχνητά, πρέπει να δένουν δραματουργικά και είτε να αποκαλύπτουν κάτι για τον χαρακτήρα τους είτε να προχωρούν την πλοκή.
Η πίστη, η ενοχή, ο απόλυτος έρωτας, η ζήλεια, η γυναικεία φωνή, η εμπορευματοποίηση της τέχνης, τόσο του έργου όσο και του ίδιου του καλλιτέχνη, η υπαρξιακή και καλλιτεχνική αναζήτηση, το μεταναστευτικό, η cancel culture και η woke culture, η πατριαρχία, η σωματική και η ψυχική βία, το μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας, με απασχολούν στη Φωνή στα χέρια της γιατί αφορούν την ηρωίδα σε ανθρώπινο επίπεδο αλλά και την ίδια ως καλλιτέχνιδα. Στην πορεία του γραψίματος, ωστόσο, οι χαρακτήρες αυτονομούνται ως μυθιστορηματικοί ήρωες, τα ερωτήματα βγάζουν περικοκλάδες που αφορούν μονάχα εκείνους και γυρεύουν τις απαντήσεις με το δικό τους τρόπο.
– Πόσα μισοτελειωμένα βιβλία έχετε στα συρτάρια και αποθηκευμένα στον υπολογιστή;
Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως το μυθιστόρημα για μένα δεν γράφεται γρήγορα, απαιτεί τον χρόνο του. Κι όταν νιώθεις έξω από αυτό που γράφεις, είναι καλύτερα να το αφήσεις και να προχωρήσεις σε κάτι άλλο που θα γίνει πραγματικά δικό σου.
– Γράφεις καλύτερα στην Ελλάδα ή στην Αγγλία;
Τα τελευταία 10 χρόνια χρειάστηκε να μείνω με τη οικογένειά μου στην Αγγλία. Δεν είναι ο τόπος, αλλά ο ψυχικός σου κόσμος απ’ όπου αντλείς γράφοντας, κι αυτόν τον κουβαλάς μαζί σου όπου κι αν βρίσκεσαι.
– Ποια συμβουλή θα έδινες σήμερα στον 20χρονο εαυτό σου;
Να κάνω τις επιλογές μου έχοντας μικρότερη έννοια να ικανοποιήσω τις προσδοκίες και το θέλω των άλλων και περισσότερο το δικό μου, αφήνοντας να με καθοδηγεί περισσότερο το συναίσθημα από τη λογική προσέγγιση στα πράγματα.
*Info: Το βιβλίο της Ντορίνας Παπαλιού αγαπήθηκε τόσο που ζωντάνεψε κι έγινε η μίνι σειρά που πρέπει να στριμάρεις στο ERTFLIX.
Η συγγραφέας του «Το Απαραίτητο Φως» μιλά στο Flix, τώρα που η ομότιτλη μίνι-σειρά είναι διαθέσιμη στο Ertflix.
Να σε λενε Ντορίνα Παπαλιού και ‘συ να γράφεις, να γράφεις, να γράφεις με πάθος και επιτυχία καλή λογοτεχνία, είναι ελαφρώς παράδοξο. Μα τι έκανε ο μυθικός παραγωγός του νέου ελληνικού κινηματογράφου και λατρεμένος πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου στην κορούλα του; Πώς και δεν της μετέδωσε το μικρόβιο του σινεμά, όχι μόνο αυτός, αλλά και η μητέρα της, η εμβληματική φιγούρα του ελληνικού ντοκιμαντέρ, η αγωνίστρια και πάντα παρούσα και παθιασμένη Μαίρη Χατζημιχάλη-Παπαλιού; Αλλά και ο σύζυγος της Ντορίνας, και πατέρας των δυο παιδιών της, ο Απόστολος Δοξιάδης, από το σινεμά (ως δημιουργός και θεσμικός παράγων) ξεκίνησε πριν αφοσιωθεί σε μια λογοτεχνία υψηλής ευφυίας, ταλέντου και διεθνούς αναγνώρισης.
Και να που, φέτος, η Ντορίνα Παπαλιού βρέθηκε στην κορφή του τηλεοπτικού ενδιαφέροντος. Το εξαιρετικό, πολυδιαβασμένο μυθιστόρημά της, «Το Απαραίτητο Φως» (εκδόσεις Ικαρος, 2012), έγινε σειρά, που προβάλλεται στο Ertflix (τώρα, είναι, μάλιστα, ολοκληρωμένη, και με τα οκτώ επεισόδιά της). Από την πρώτη κιόλας στιγμή μόνο σχόλια θαυμασμού ακούστηκαν και γράφτηκαν. Δικαίως. Είχα διαβάσει το βιβλίο και τα ‘χασα με την δύσκολη και πολλή δουλειά που έχει πέσει, σε σενάριο, σκηνοθεσία (Λάμπης Ζαρουτιάδης), φωτογραφία (Γιάννης Δρακουλαράκος), ερμηνείες ενός ξεχωριστού καστ.
Μαριάννα Πουρέγκα
Δεν ήταν απλή υπόθεση η τηλεοπτική διασκευή μιας ιστορίας που εκτείνεται από τα χρόνια της Κατοχής μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Δυο γυναίκες κυριαρχούν, που τις ερμηνεύει η πολύ καλή νέα ηθοποιός Μαριάννα Πουρέγκα, με βαμμένα κόκκινα τα μαλλιά της. Παίζει, βλέπετε, δυο γυναίκες με σκοτσέζικη ρίζα. Τη ζωγράφο και αντιστασιακή Λουίζ, που εκτελείται από τους Γερμανούς. Και την εγγονή της, ανθρωπολόγο Λουίζα, που μετά τον θάνατο του πατέρα της, γιου της μυστηριώδους Λουίζ, αναγκάζεται να λύσει το μυστήριο της εκτέλεσής της, να ανακαλύψει έναν χαμένο παλιό πίνακα, να βρεί τον ένοχο για τον θάνατό της. Βιβλίο και ταινία πηγαινοέρχονται από το 1940 στη σύγχρονη Αθήνα, η πλοκή , όσο απαιτητική κι αν είναι, δεν χάνει τίποτα στη μικρή οθόνη, ο θεατής εμπλέκεται και αιχμαλωτίζεται.
Είπαμε να μιλήσουμε με την γοητευτική και δυναμική Ντορίνα για αυτή την πρώτη τηλεοπτική της εμπειρία, τόσο διαφορετική από το γράψιμο, που την απορροφά. Ομολογώ ότι όταν τη συναντάω πάντα νοιώθω μια περίεργη συγκίνηση. Είναι η κόρη του Παπαλιού, ρε γαμώτο, και είναι τόσο ταλαντούχα και δυνατή και συνεχώς μέσα στην αναζήτηση. Σαν τις ηρωίδες της.
Η Ντορίνα Παπαλιού με την ηθοποιό Ευγενία Δημητροπούλου και τον συνθέτη της σειράς, Μάριο Αριστόπουλο
Είχες φανταστεί ποτέ το «Απαραίτητο Φως» ως σειρά;
Σαφώς. Μου το έλεγαν όλοι ότι ότι θα μπορούσε να γίνει σενάριο. Αλλά ταινία δεν γίνεται, γιατί είναι πάρα πολύ μεγάλο το στόρι, δεν χωράει σε δυο ώρες. Ακόμα κι εδώ, στα οκτώ επεισόδια της σειράς, είναι πολύ συμπυκνωμένο. Εγινε τρομερή σεναριακή δουλειά για να χωρέσει σε οκτώ επεισόδια και να υπάρχει δυνατό opening και καλό cliffhanger σε κάθε επεισόδιο. Και, έπειτα, είναι και τα πολύ απαιτητικά μπρος-πίσω της ιστορίας, όπως είναι γραμμένο και το βιβλίο. Αλλά το τι θα χωρέσει θεματικά στο κάθε επεισόδιο, γκρουπάρεται τελείως διαφορετικά από το βιβλίο.
Συζήτησα κατ΄ αρχάς και με τις δύο σεναριογράφους. Ουσιαστικά σ΄αυτές το εμπιστεύτηκα. Κυρίως ήθελα να καταλάβουν τους χαρακτήρες, γιατί η πλοκή μπορεί να στηθεί έτσι κι αλλιώς και παραλλιώς, αλλά αν δεν καταλάβουν τους χαρακτήρες, την ουσία, τι θέλεις να πεις και ποια είναι η καρδιά του βιβλίου, δεν θα το αποδώσουν σωστά.»
Πώς ξεκίνησε η τηλεοπτική του καριέρα;
Αρχικά μου το ζήτησε η Tanweer, ο Διονύσης Σαμιώτης, αλλά στην πορεία φοβήθηκαν ότι με τόσο μικρό μπάτζετ δεν θα μπορέσουν να βγάλουν αυτό που είχαν οραματιστεί. Είχαν, όμως, ήδη αναθέσει το σενάριο στη Μιρέλλα Παπαοικονόμου και την Κάτια Κισσονέργη, κι αυτές το πήγαν στην NEEDaFIXER. Κι αυτή, με το που είδε το στόρι, είπε «είμαι μέσα». Δεν φοβήθηκαν καθόλου. Η Ελισσάβετ Χατζηνικολάου, υπεύθυνη για τη μυθοπλασία, ενθουσιάστηκε από την αρχή, είπε «θα τα δώσω όλα».
Tι είναι αυτή η εταιρεία, δεν την ξέρω.
Η NEEDaFIXER είναι μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής στον κόσμο με κεντρικά γραφεία στο Λονδίνο και γραφεία σε 20 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Οι ιδιοκτήτες είναι Eλληνες και στόχος τους ήταν πάντα να κάνουν στην Ελλάδα παραγωγές με στάνταρντ εξωτερικού. Μέχρι σήμερα στην χώρα μας έχουν κάνει τις σειρές «Καρτ Ποστάλ», «Μια Νύχτα του Αυγούστου» και «Ερημη Χώρα» αλλά θεωρούν ότι ένα από τα καλύτερα projects τους είναι η σειρά «Απαραίτητο Φως» και στόχος τους είναι κάνουν και άλλες δουλειές αντάξιες, επενδύοντας στην Ελλάδα, μια χώρα γεμάτη καλλιτεχνικό ταλέντο.
Από τα γυρίσματα της σειράς στην Οξφόρδη
Ζήτησες κάποια εχέγγγυα, ίσως έλεγχο στο σενάριο;
Φοβόμουνα πολύ, γιατί όταν δίνεις ένα βιβλίο μπορούν να το κατακρεουργήσουν, να το κάνουν ό,τι θέλουν. Και μετά, αν δεν βγει καλό, να λένε όλοι «τι μάπα βιβλίο είναι αυτό;». Είναι ρίσκο. Ετσι συζήτησα κατ΄ αρχάς και με τις δύο σεναριογράφους. Ουσιαστικά σ΄αυτές το εμπιστεύτηκα. Κυρίως ήθελα να καταλάβουν τους χαρακτήρες, γιατί η πλοκή μπορεί να στηθεί έτσι κι αλλιώς και παραλλιώς, αλλά αν δεν καταλάβουν τους χαρακτήρες, την ουσία, τι θέλεις να πεις και ποια είναι η καρδιά του βιβλίου, δεν θα το αποδώσουν σωστά. Τους ζήτησα να έχουμε μια καλή επικοινωνία, χωρίς να μπαίνω μέσα στα πόδια τους, γιατί καταλαβαίνω ότι οι σεναριογράφοι τρομάζουν όταν ένας συγγραφέας επεμβαίνει, «μην μου αλλάξεις αυτό, μην μου αλλάξεις εκείνο». Αλλά επειδή προέρχομαι από κινηματογραφική οικογένεια, κατανοώ τι θα πει διασκευή, ότι κάποια πράγματα θα αλλάξουν, ότι κάποιες σκηνές θα προστεθούν για λόγους δραματουργίας.
Ποιο ήταν το απαράβατο για σένα;
Το πίσω-μπρος της αφήγησης. Είναι το άλφα και το ωμέγα του βιβλίου. Η Κάτια Κισσονέργη, που δεν είναι βοηθός της Μιρέλλας, γράφουν μαζί, ισότιμα, μού είπε ότι μπήκε στο πρότζεκτ γιατί την γοητεύει το πίσω-μπρός, ότι έχει πάθος με αυτή την μοντέρνα αφήγηση και θα ‘θελε να την πάμε ακόμα παραπέρα από το βιβλίο, να την κάνουμε ακόμα πιο αβάν γκάρντ, γρήγορη και σύνθετη. Αυτό με ενθουσίασε. Η Κάτια, που έχει μαμά από το Ζαΐρ και πατέρα Ελληνα, έδωσε ρέστα αν και νεότερη. Επίσης, πρέπει να πω ότι η ΕΡΤ ήταν εξαιρετική στη συνεργασία. Οταν είπαμε να πάρουμε μια νέα ηθοποιό, την Μαριάννα Πουρέγκα για τον διπλό πρωταγωνιστικό ρόλο, μια νέα γυναίκα που δεν είχε ξανακάνει τηλεόραση, αλλά είχε μια εντυπωσιακή περσινή θεατρική σεζόν με τον Τάρλοου στο «Εγκλημα και Τιμωρία» και στο «Περλιμπλίν και Μπελίσα», την δέχτηκε με ενθουσιασμό, δεν είπε, «α, καλύτερα μια γνωστή ηθοποιό». Ούτε με το σενάριο τρόμαξε, να προτιμήσει κάτι πιο συμβατικό και σίγουρο.
Ας μιλήσουμε γι αυτές τις δυο γυναίκες, την αντιστασιακή ζωγράφο του ’40 και την κοινωνική ανθρωπολόγο του σήμερα. Γιαγιά και εγγονή. Εχει καμμιά δικά σου στοιχεία;
Νομίζω ότι βγαίνει σ’ αυτές ο θαυμασμός που νοιώθω για γυναίκες που δίνονται απόλυτα σε κάτι, είτε είναι τέχνη ή οτιδήποτε άλλο. Εχω σπουδάσει κι εγώ, όπως η νεαρή ηρωίδα μου, κοινωνική ανθρωπολογία, αυτή στην Οξφόρδη, εγώ στο Κέιμπριτζ. Η Λουίζα είναι μουσειολόγος-κοινωνική ανθρωπολόγος και καταπιάνεται με τη σχέση των αντικειμένων με τη ζωή των ανθρώπων – αυτό κοιτάει κανείς σε ένα μουσείο, ένα αντικείμενο τι χρήση είχε, πού το είχαν, μέσα στο σπίτι, έξω από το σπίτι; Με έναν τρόπο η δουλειά της τη βοηθάει να κατανοήσει κι αυτά που της άφησε ο πεθαμένος πατέρας της, πώς σχετίζονται με τον ίδιο και με τους άλλους. Ενα ακόμα δικό μου στοιχείο είναι η ζωγραφική, που τη λατρεύω. Οταν ανακάλυψα τους Glasgow Boys, αυτή τη ριζοσπαστική, μοντερνιστική ομάδα Σκοτσέζων ζωγράφων, που επηρέασαν την τέχνη της Σκωτίας την περίοδο του 1880, είπα, «κάτι θέλω να κάνω κάποια στιγμή με αυτούς». Και με ενδιαφέρει πολύ και η γενιά του ‘30, στην οποία ανήκει η ζωγράφος Λουίζ.
Αν υπάρχει ένα μυστήριο στην ιστορία μου είναι το μυστήριο της ελληνικότητας. Αυτήν αναζητούσε η γενιά του ’30 στην ποίηση, τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, αυτήν αναζητεί και η ζωγράφος ηρωίδα μου, μισή Σκωτσέζα, μισή Ελληνίδα και πρόσφυγας από τη Σμύρνη. Η Λουίζ προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τον αττικό ουρανό, το φως, όπως πέφτει πάνω στην πόλη.»
Ο τίτλος βιβλίου και σειράς, «Το απαραίτητο φως», τη ζωγραφική αφορά, όχι το να λυθεί το μυστήριο του χαμένου πίνακα, όπως, ίσως, σκεφτούν πολλοί. Αν υπάρχει ένα μυστήριο στην ιστορία μου είναι το μυστήριο της ελληνικότητας. Αυτήν αναζητούσε η γενιά του ’30 στην ποίηση, τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, αυτήν αναζητεί και η ζωγράφος ηρωίδα μου, μισή Σκωτσέζα, μισή Ελληνίδα και πρόσφυγας από τη Σμύρνη. Η Λουίζ προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τον αττικό ουρανό, το φως, όπως πέφτει πάνω στην πόλη. Ταυτίζεται με την πόλη, ζωγραφίζει την Αθήνα, ζωγραφίζει τοπία, αναζητά τα χρώματα, όπως αποδίδονται μέσα στο φως το ελληνικό. Μέσα από αυτό ψάχνει, παλεύει με την ελληνικότητά της. Ουσιαστικά οι επιλογές που κάνει στη ζωή της, στον έρωτα, σε όλα, έχουν να κάνουν με την αφοσίωσή της στις ιδέες της, στο ποια είναι, στο ότι δεν θέλει να προδώσει τα ιδανικά της. Δηλαδή, ζωγραφίζεις και προσπαθείς να βρεις την ελληνικότητα στην τέχνη, αλλά όταν θα βρεις την πρώτη ευκαιρία θα φύγεις, θα πας να βρεις την ασφάλειά σου από την Κατοχή και τους Γερμανούς κάπου αλλού; Ή θα μείνεις να πολεμήσεις;
Αυτό το φώς της Λουίζ πώς πέρασε στην κινηματογράφηση της σειράς;
Ξέρω πολύ καλά ότι ο σκηνοθέτης Λάμπης Ζαρουτιάδης και ο διευθυντής φωτογραφίας Γιάννης Δρακουλαράκος επί ώρες συζητούσαν για το πώς θα φωτίσουνε. Ενας λόγος που πολλοί λένε ότι η σειρά μοιάζει με κινηματογράφο είναι το πώς ο Λάμπης και ο Δρακουλαράκος διαχειρίστηκαν το φως και το χρώμα. Και αυτή η φωτιστική και χρωματική παλέτα έγινε με άποψη, συζητήσεις και δοκιμές επί ώρες. Φώτισαν με ελάχιστα φώτα, για να βγαίνει η ατμόσφαιρα της εποχής του ‘40, αλλά και η σύγχρονη, χωρίς να γίνει vintage. Περίμεναν το φως. Τη σκηνή, όπου θέλανε να μπαίνει μια λωρίδα φωτός από το παράθυρο, περίμεναν να τη γυρίσουν τη στιγμή που θα μπει. Παίξανε, δηλαδή, πολύ με το ότι η μια ηρωίδα είναι ζωγράφος, αλλά και με το ότι η σύγχρονη ηρωίδα αναζητά μια αλήθεια.
Αναστάσης Ροϊλός, Μαριάννα Πουρέγκα
Και η σύγχρονη ηρωίδα σου, η Λουίζα, τι είναι για σένα;
Ενα πληγωμένο πλάσμα από έναν πατέρα που έχει μεγαλώσει χωρίς μάνα, τη ζωγράφο Λουίζ, που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς, άρα έχει πολλά θέματα στο πώς να συνδεθεί με μία κόρη. Είναι κι αυτός αφοσιωμένος στη δουλειά του, ζει στο διαμέρισμα της μάνας, που δεν γνώρισε, το ίδιο διαμέρισμα που συνδέει και τις δύο εποχές. Οταν όταν χωρίζει από έναν κακό γάμο, μοιραία η κόρη του πηγαίνει με τη μάνα της, κι αυτός αποτραβιέται, απομακρύνεται και δίνεται, σχεδόν σαν πατέρας, σε έναν άλλο νέο άνθρωπο, τον Πέτρο. Το νέο κορίτσι, που δεν εκφράζει όταν είναι παιδί την ανάγκη του να είναι μαζί με τον πατέρα του, όταν ξεσπάει πια, είναι μεγάλη, είναι αργά να αναπληρώσει την πατρική απουσία στην παιδική της ηλικία.
Κοινά στοιχεία εγγονής και γιαγιάς;
Νομίζω ότι η γιαγιά είναι πιο τρυφερή και γλυκειά, η εγγονή πιο αγριεμένη και θυμωμένη. Μοιράζονται, όμως, το πάθος τους και το ότι είναι και οι δυο δυναμικές γυναίκες. Και υπάρχει και ο χαμένος πίνακας που τις ενώνει. Μέσα από την έρευνα γι’ αυτόν συνδέεται και η σύγχρονη ηρωίδα με τον πατέρα της μετά τον θάνατό του, λύνει ερωτήματα για τη σχέση τους, τον καταλαβαίνει.
Πάντα περιμένανε από ‘μένα κάτι, ήταν πολύ δύσκολοι γονείς, γιατί τους θαύμαζα κιόλας και μου άφηναν και απόλυτη ελευθερία στα πάντα. Είχαν απαιτήσεις χωρίς να με καθοδηγούν, κι αυτό ήταν πολύ παράξενο συναίσθημα, γιατί νοιώθεις ότι η ελευθερία που έχεις, είναι γιατί τα κάνεις όλα καλά κι αν πάψεις να τα κάνεις καλά μπορεί να την χάσεις και να έχεις κάποιον να σου λέει τι να κάνεις.»
Ως «Ανατρεπτική σειρά μυστηρίου» την διαφημίζει η ΕΡΤ. Σε ενοχλεί αυτό καθόλου; Δεν είναι περιοριστικό για την σειρά;
Θεωρώ ότι είναι μία της διάσταση μόνο. Φυσικά είναι μια σειρά που η πλοκή και το σασπένς σε κρατάνε. Από την άλλη, όμως, δεν είναι αρκετό για ‘μένα, όπως και ένα αστυνομικό μυθιστόρημα δεν με ικανοποιεί αν δεν έχει και χαρακτήρες, που να ταυτίζομαι και να με ενδιαφέρουν. Η σειρά, πάντως, έχει πολύ γρήγορους ρυθμούς, ο Γιάννης Τσιτσόπουλος έχει κάνει καταπληκτική δουλειά στο μοντάζ.
Θα το ξαναέκανες; Θα ξαναέδινες βιβλίο σου για τηλεόραση ή σινεμά;
Ναι, μου έχουν κανει μια πρόταση για το «Γκάτερ», το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψα το 2007, με ήρωα έναν κομίστα και αστυνομική πλοκή. Θέλει, βέβαια, μια πολύ μοντέρνα ματιά. Εχω δώσει τα δικαιώματα σε μια νέα εταιρεία, που θέλει να το κάνει ταινία, αλλά παίζει και η σειρά.

Μπαμπάς παραγωγός, μαμά και σύζυγος σκηνοθέτες. Πώς νοιώθεις που μπήκες και ‘συ σ’ αυτόν τον χώρο; Και πώς το είχες γλυτώσει μέχρι τώρα;
Νομίζω ότι στην εφηβεία μου ο λόγος που ήθελα να σπουδάσω νευροεπιστήμες και πήγα γι’ αυτόν το λόγο στην Αμερική, ήταν για να κάνω κάτι τελείως αντίθετο από το σπίτι μου. Ενοιωθα ότι θέλω να διαφοροποιηθώ από τη μητέρα μου, όχι από τον πατέρα μου. Μου έλεγε καμμιά φορά, «έλα να κάνεις σινεμά, να κάνουμε μαζί ταινίες», το άκουγα και τρελαινόμουνα. Ενώ συνήθως τα παιδιά επαναστατούν στους γονείς τους, που τους θεωρούν συντηρητικούς, μέσα από την τέχνη, εγώ επαναστάτησα με την επιστήμη. Αλλά όταν πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι στο Λονδίνο δουλεύοντας σε ένα εργαστήρι νευροεπιστημών, κατάλαβα ότι αυτή η επιλογή μου με πνίγει, ότι δεν ταιριάζω στόν τον χώρο. Εβγαινα και κοίταζα τον ήλιο, ήθελα να πάρω ένα ποδήλατο, να περπατήσω και να σκεφτώ ιστορίες… Αλλαξα, λοιπόν, το αμερικάνικο πτυχίο μου σε σύγχρονη ιστορία και παράλληλα έκανα κατι φοιτητικά short films στο Rhode Island School of Design. Aρχισα να γράφω σενάρια, δούλεψα και σε μιά γαλλική ταινία ως βοηθός ένα καλοκαίρι…
Εγώ σε θυμάμαι να δουλεύεις, πολύ πολύ νέα, μέσα δεκαετίας του ’90, στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Δούλευα, ναι, είχε μεγάλο ενδιαφέρον αυτή η εμπειρία γιατί κατάλαβα… ότι δεν θέλω τελικά να δουλέψω στο σινεμά. Αλλα ήταν τρομερό γιατί γύρισα όλα τα Βαλκάνια. Μετά έκανα κοινωνική ανθρωπολογία στο Κέιμπριτζ, στην Αγγλία. Εβγαλα ένα βιβλίο, που λέγεται «Ακου μια ιστορία», για τους παραδοσιακους παραμυθάδες, έγραψα παιδικά βιβλία, έκανα μια ιστοσελίδα για το θεατρο σκιών, και αφοσιώθηκα στη λογοτεχνία με το «Γκάτερ», το «Απαραίτητο Φως» και πρόσφατα τη «Φωνή στα χέρια της».
Πώς ήταν λοιπόν να μεγαλώνεις με δυο γονείς χωμένους στο σινεμά;
Θυμάμαι ατελείωτες ταινίες και συζητήσεις, πολύ διάλογο πάνω στο σινεμά ως τέχνη, όχι το εμπορικό. Οι φίλοι τους ήταν ένας κόσμος που ζούσε μέσα στο σινεμά. Εχω δει πολύ σινεμά από τα 12 μου χρόνια, η μαμά μου έφερνε κάθε τρεις και λίγο VHS και έβαζε και βλέπαμε και αναλύαμε, Ταρκόφσκι, Παρατζάνοφ. Ηταν υπέροχα, χαίρομαι που το έζησα. Αλλά εγώ είμαι πιο μοναχικός άνθρωπος και μου ταιριάζει περισσότερο το γράψιμο γιατί έχω τον απόλυτο έλεγχο της αφήγησης. Στο σινεμά δεν τον έχεις, είναι μια συνεργασία, ένα συλλογικό προϊόν, ενώ στο βιβλίο είσαι εσύ. Αν και αγαπάω το σινεμά και βλέπω ταινίες, πολύ σινεμά, το γράψιμο είναι ο κόσμος μου. Μου αρέσει να λέω ιστορίες και, μάλιστα, από πολύ μικρή, απλώς το κατέπνιγα γιατί θεωρούσα ότι έπρεπε να είμαι κάτι άλλο. Πάντα περιμένανε από ‘μένα κάτι, ήταν πολύ δύσκολοι γονείς, γιατί τους θαύμαζα κιόλας και μου άφηναν και απόλυτη ελευθερία στα πάντα. Είχαν απαιτήσεις χωρίς να με καθοδηγούν, κι αυτό ήταν πολύ παράξενο συναίσθημα, γιατί νοιώθεις ότι η ελευθερία που έχεις, είναι γιατί τα κάνεις όλα καλά κι αν πάψεις να τα κάνεις καλά μπορεί να την χάσεις και να έχεις κάποιον να σου λέει τι να κάνεις.

Βλέπεις και τηλεόραση;
Τώρα είδα τηλεόραση. Δεν έχουμε τηλεόραση στο σπίτι ούτε για να βλέπουμε πλατφόρμες. Προτιμάμε να τις βλέπουμε στο λάπτοπ. Σου δημιουργεί μια αίσθηση σαν να διαβάζεις βιβλίο, είναι τόσο κοντά σου.
Τι είπε ο πρόεδρος Παπαλιός για τη σειρά;
Του άρεσε πάρα πολύ. Και ο Απόστολος θεωρεί ότι έχει γίνει εξαιρετική δουλειά. Ο μπαμπάς μου, όμως, χαίρεται ιδιαίτερα με τον Αιγυπτιώτη ήρωά μου, Κωστή Σαββίδη, που τον παίζει ο Δημήτρης Καπουράνης. Γιατί είναι και ο ίδιος Αιγυπτιώτης. Και όντως ο Σαββίδης είναι εμπνευσμένος από τον μπαμπά μου.
Ο «Ικαρος», ο εκδοτικός σου οίκος χαίρεται με την σειρά και την επιτυχία της;
Πολύ. Μακάρι να ξαναδιαβαστεί το βιβλίο, που βγήκε το 2012. Υπήρχε βέβαια, δεν είχε αποσυρθεί, γιατί είχε πάει πολύ καλά και συνέχιζε να πουλάει. Βέβαια, έκαναν τώρα και επανέκδοση.
Info: Πρωταγωνιστούν: Μαριάννα Πουρέγκα, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Δημήτρης Καπουράνης, Αναστάσης Ροϊλός, Δημήτρης Αλεξανδρής, Ευγενία Δημητροπούλου | Σκηνοθεσία: Λάμπης Ζαρουτιάδης | Σενάριο: Μιρέλλα Παπαοικονόμου, Κάτια Κισσονέργη
Η Ντορίνα Παπαλιού είχε ήδη συγγράψει τέσσερα βιβλία για παιδιά και μια μελέτη για τον Καραγκιόζη όταν εισήλθε για πρώτη φορά, το 2007, με το μυθιστόρημα «Γκάτερ», στη λογοτεχνία για ενηλίκους, προκαλώντας θετικές εντυπώσεις. Έξι χρόνια μετά, κι αφού έχει μεσολαβήσει ένα ακόμη βιβλίο για παιδιά, επιστρέφει με το ογκώδες και ιδιαίτερα φιλόδοξο μυθιστόρημα «Το απαραίτητο φως» (εκδ. Ίκαρος), επιχειρώντας μια αναψηλάφηση των χρόνων της Κατοχής.
Στον Κώστα Κατσουλάρη
Η άκρη του νήματος που θα ενώσει το χθες με το σήμερα στο μυθιστόρημα της Το απαραίτητο φως (εκδ, Ίκαρος) της Ντορίνας Παπαλιού είναι ένας πίνακας που κλάπηκε στα χρόνια εκείνα (ενδεχομένως από τους Ναζί) και ο οποίος γίνεται όλο και πιο σημαντικός ώστε να καταφέρει η ηρωίδα, ανθρωπολόγος με σπουδές στο εξωτερικό, να ανακαλύψει τα χαμένα κομμάτια του προσωπιικού της καθώς και του συλλογικού παζλ. Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε δυο μεγάλες ροές αφήγησης, μια στο παρόν, με τη Λουίζα Λασκαράτου να ερευνά σε αρχεία και μαρτυρίες για τις συνθήκες του θανάτου της μητέρας του πατέρα της, της συνονόματης ζωγράφου Λουίζ Λασκαράτου, και μια στο παρελθόν, μέσα από το βλέμμα της ίδιας της ζωγράφου.
Θα ξεκινήσω από το πλέον προφανές: Μυθιστόρημα 630 πυκνών σελίδων. Γιατί τόσο μεγάλο βιβλίο; Δεν φοβηθήκατε ότι βάζετε ένα επιπλέον εμπόδιο ανάμεσα σε μια σχετικά νέα συγγραφέα και ένα κοινό που θέλγεται κυρίως από πιο ανάλαφρα αναγνώσματα;
Το μέγεθος ενός βιβλίου δεν έχει να κάνει με το αν η συγγραφέας είναι νέα ή παλιά, αλλά με το ύφος και το θέμα του. Το Απαραίτητο Φως υπηρετεί ένα είδος λογοτεχνίας που θέλει να στήνει έναν ζωντανό κόσμο, και να αφήνει τους ήρωες, και τους αναγνώστες, να ζουν μέσα σε αυτόν. Σε μια τέτοια περιπέτεια, το μέγεθος μπορεί να είναι προτέρημα, και όχι εμπόδιο. Όσο αγαπάς τον κόσμο ενός βιβλίου, και ταυτίζεσαι με αυτόν, τόσο περισσότερο τον θέλεις.
Καταπιάνεστε, όπως πολλοί συγγραφείς εσχάτως, με τη σκοτεινή περίοδο της Κατοχής, με όλες τις πολιτικές προεκτάσεις που συνεπάγεται. Γιατί να μην διαβάσουμε τους ιστορικούς, ώστε να ενημερωθούμε για την περίοδο αυτή από τους πλέον αρμόδιους; Τι μας δίνει ένα μυθιστόρημα –ας κάνουμε την παραδοχή: ένα καλό μυθιστόρημα– που δεν μπορεί να μας δώσει μια καλή ιστορική μελέτη;
Θα αναφερθώ στην απάντηση που δίνει στο ερώτημα ο Αριστοτέλης, ότι η ποίηση, όρος που περιλάμβανε στην εποχή του και τις έντεχνες αφηγήσεις, πηγαίνει πιο βαθειά από την Ιστορία, κι αυτό γιατί εξετάζει τα γενικότερα θέματα, τα «καθόλου» και όχι τις συγκεκριμένες συνθήκες. Στις μέρες μας θα έλεγα απλώς ότι το μυθιστόρημα και η Ιστορία κάνουν άλλη δουλειά. Η Ιστορία θέλει να μας δείξει τι έγινε, και να μας κάνει να καταλάβουμε τις αιτίες. Ένα μυθιστόρημα, αντίθετα, αντιμετωπίζει μια ιστορική εποχή ως αφηγηματική ευκαιρία, μια ευκαιρία που εμπλέκει τους ήρωες σε καταστάσεις ενδιαφέρουσες και σε αντιδράσεις συχνά έντονες. Αλλά, τελικά, το μυθιστόρημα μιλάει για τους ανθρώπους. Η εποχή είναι ένα ψυχικό και κοινωνικό σκηνικό. Έτσι κι αλλιώς, πάντως, ένας συγγραφέας δεν επιλέγει μια εποχή με αφηρημένους κανόνες, αλλά γιατί τον θέλγει η ανθρώπινη ατμόσφαιρά της, πράγμα που εμένα μου συνέβη με την περίοδο στην οποία κινούνται οι ήρωές μου.
Ταυτίζεσαι με τους ήρωες βάσει των κοινών ανθρώπινων βιωμάτων, των δικών τους και των δικών σου. Αυτά είναι το κλειδί που τους ξεκλειδώνει, για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Ο έρωτας, ο φθόνος, η αγάπη της δημιουργίας, η αγωνία του θανάτου, υπάρχουν σε κάθε εποχή.
Με ποιο τρόπο, ποια μέθοδο, ερευνήσατε για γεγονότα και καταστάσεις εκείνης της εποχής; Χωρίς να υποστηρίζω ότι πρέπει οπωσδήποτε να γράφει κανείς για πράγματα που έχει «βιώσει», πώς όμως γράφει κανείς για πράγματα που δεν έχει βιώσει – είναι μια προβληματική που με απασχολεί, αν θέλετε, κι ως συγγραφέα. Εσείς πώς το αντιμετωπίσατε αυτό το πρόβλημα στην προσέγγιση της βασικής σας ηρωίδας του παρελθόντος;
Kαταρχάς, είναι μια εποχή για την οποία διαβάζω από πολλά χρόνια, από τότε που σπούδαζα Ιστορία στο πανεπιστήμιο, πριν υπάρξει καν η πρόθεση να γράψω το συγκεκριμένο βιβλίο. Έπειτα, όταν άρχισε να διαμορφώνεται ο μύθος του στο νου μου, διάβασα και πολύ πιο ειδικά πράγματα, και για στοιχεία αλλά και για να καταλάβω την κοινωνική και την ψυχολογική ατμόσφαιρα της εποχής. Επίσης, έχω την τύχη να ξέρω, και να έχω κουβεντιάσει, με ανθρώπους που έζησαν εκείνα τα χρόνια, με βιώματα παρόμοια με των ηρώων μου, αλλά και αρκετούς ιστορικούς μελετητές της περιόδου, που έχουν ερευνήσει κάποιες από τις καταστάσεις που περιγράφω. Από εκεί και πέρα, ο τρόπος που γράφει ένας συγγραφέας για μια εποχή που δεν την έχει ζήσει –πράγμα πολύ συνηθισμένο βέβαια– είναι με την κοινή ανθρώπινη εμπειρία, με τη δυνατότητα που έχουμε, ως άνθρωποι, να καταλαβαίνουμε και να ταυτιζόμαστε με άλλους ανθρώπους, έστω κι αν ανήκουν σε άλλους καιρούς. Ένα μυθιστόρημα άλλωστε δεν είναι ανθρωπολογική ή ιστορική μελέτη. Ο σκοπός του δηλαδή δεν είναι να αναδείξει τη διαφορετικότητα μιας άλλης εποχής, αλλά την ανθρώπινη ιστορία που κινείται μέσα σε αυτήν. Ταυτίζεσαι με τους ήρωες βάσει των κοινών ανθρώπινων βιωμάτων, των δικών τους και των δικών σου. Αυτά είναι το κλειδί που τους ξεκλειδώνει, για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Ο έρωτας, ο φθόνος, η αγάπη της δημιουργίας, η αγωνία του θανάτου, υπάρχουν σε κάθε εποχή.
Στο Απαραίτητο Φως εγώ δεν επιχειρώ μια ιδεολογική ανάγνωση της ιστορίας, με τον όρο που συνήθως δίνεται σε αυτή την έννοια. Προσπαθώ όμως να πω την ιστορία μου μέσα από τους χαρακτήρες της, αναπαριστώντας τις πολλαπλές οπτικές που ορίζουν οι δικές τους ματιές
Σε συσχετισμό με την παραπάνω ερώτηση: τίθεται το θέμα της «ιδεολογικής ανάγνωσης» της Ιστορίας. Υπάρχει και στο βιβλίο σας –χωρίς να θέλω να την χαρακτηρίσω– μια συγκεκριμένη ανάγνωση των πεπραγμένων των οργανώσεων, των κομμάτων και άλλων παραγόντων εκείνης της εποχής. Πώς αντιλαμβάνεστε το βάρος και την ευθύνη μιας τέτοιας «φόρτισης», ως συγγραφέας; Σας απασχόλησε αυτό το θέμα, ή απλώς αφήσατε τα πιστεύω σας να σας καθοδηγήσουν;
Δεν υπάρχει καμία ανάγνωση καμίας ιστορίας, αληθινής ή φανταστικής, τωρινής ή παλιάς, που δεν ξεκινάει σε κάποιο βαθμό και από την τοποθέτηση, πέστε τη αν θέλετε την προκατάληψη, του αφηγητή. Αυτό συμβαίνει με εσάς, με εμένα, και με κάθε συγγραφέα. Στο Απαραίτητο Φως εγώ δεν επιχειρώ μια ιδεολογική ανάγνωση της ιστορίας, με τον όρο που συνήθως δίνεται σε αυτή την έννοια. Προσπαθώ όμως να πω την ιστορία μου μέσα από τους χαρακτήρες της, αναπαριστώντας τις πολλαπλές οπτικές που ορίζουν οι δικές τους ματιές, που μπορεί να είναι και ιδεολογικές. Στο βιβλίο μου άρα δεν υπάρχει απλώς μια συγκεκριμένη ιδεολογική ανάγνωση, υπάρχουν πολλές: αυτές των χαρακτήρων μου. Όταν ο ήρωάς σου είναι σίριαλ κίλερ, δεν σημαίνει ότι μπαίνοντας στο νου του δικαιολογείς τις πράξεις του, ή επιχειρηματολογείς υπέρ των κατά συρροήν δολοφονιών. Παρ’ όλα αυτά, για να τον καταλάβεις πρέπει να προσπαθήσεις να αναπαραστήσεις τις ιδέες του, το πώς σκέφτεται. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να υπάρχει και η ματιά του αστυνόμου, του διώκτη του, ή και των θυμάτων του, που είναι διαμετρικά αντίθετες. Αυτή η δραματικότητα της σύγκρουσης των απόψεων είναι που δίνει το ενδιαφέρον μιας ιστορίας, για μένα. Μου αρέσει στη λογοτεχνία που διαβάζω, και θέλω να την ακολουθήσω σε αυτή που γράφω.

Όλο το βιβλίο είναι γραμμένο σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, που έχει την τάση να μεταπηδά από τη μια οπτική γωνία στην άλλη. Για παράδειγμα, μέσα στο ίδιο κεφάλαιο, ο αναγνώστης παρακολουθεί πότε τις σκέψεις της ηρωίδας και πότε τις σκέψεις του Πέτρου, του έτερου ήρωα στο αφηγηματικό παρόν. Ορισμένοι κριτικοί θεωρούν ότι αυτού του είδους η «διαφάνεια» προσιδιάζει σε πιο ελαφρά αναγνώσματα, γιατί κάνει πιο εύκολη τη «δουλειά» του αναγνώστη. Είναι κάτι που σας απασχόλησε; Με βάση ποια κριτήρια, αν υπήρχαν, πήρατε τις αποφάσεις σας ως συγγραφέας;
Ενδιαφέρον ερώτημα. Ίσως οι συγκεκριμένοι κριτικοί που αναφέρετε να πιστεύουν ότι ο αναγνώστης πρέπει να δυσκολεύεται και να βρίσκουν ελαφρύ ανάγνωσμα αυτό που δεν ζορίζει τον αναγνώστη. Ελάχιστους αναγνώστες θα βρείτε όμως, έστω και τους πιο επαρκείς και φανατικούς, που να αποζητούν στα διαβάσματά τους επί τούτου τη δυσκολία. Οι περισσότεροι αποζητούν την ταύτιση, τη βύθιση, την πειστική ανάπλαση ενός άλλου κόσμου. Στο Απαραίτητο Φως κινούμαι ανάμεσα σε δυο ύφη: στην αφήγηση που αφορά την παλιότερη εποχή, παρακολουθώ τα γεγονότα αποκλειστικά μέσα από μια ηρωίδα. Αντίθετα, στην άλλη εποχή, ακολουθώ τη συχνά αποκαλούμενη τεχνική του «παντογνώστη αφηγητή» (που έχει και αυτή τις παραλλαγές και τις διαβαθμίσεις της), δηλαδή αυτή που μπαινοβγαίνει στις συνειδήσεις διαφόρων χαρακτήρων. Η τεχνική αυτή χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο ποσοστό των μυθιστορημάτων που έχουν γραφτεί σε όλες τις παραδόσεις – των καλών αλλά και των κακών, των αριστουργημάτων, των μετριοτήτων και των ανοσιουργημάτων. Και σίγουρα υπάρχουν κριτικοί, και πολύ μεγάλοι κριτικοί, όπως για παράδειγμα ο George Steiner ή ο Wayne Booth, που έχουν εκφραστεί με το μεγαλύτερο θαυμασμό για μυθιστορήματα γραμμένα από τη σκοπιά του «παντογνώστη αφηγητή». Δεν είναι εκεί το θέμα. Για μένα δεν είναι το ύφος που καθιστά ένα βιβλίο περισσότερο ή λιγότερο αξιόλογο, όσο το πώς το χειρίζεσαι. Το ύφος είναι μια στρατηγική επιλογή του συγγραφέα, όπως είναι και το αν θέλει να δυσκολέψει ή όχι τον αναγνώστη. Εγώ δεν πιστεύω ότι η δυσκολία είναι αναγκαστικό χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας και δεν θέλω να δυσκολέψω κανέναν. Το πόσο καλά ή κακά γράφεις, από εκεί και πέρα, είναι δικό σου θέμα, του κάθε συγγραφέα, και δική σου ευθύνη, δεν μπορεί να το χρεώσεις σε αφηρημένα σχήματα.
Από τον Γιώργο Καρουζάκη
Τo «Απαραίτητο Φως» (Εκδ. Ίκαρος), το δεύτερο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού (έχει προηγηθεί το «Γκάτερ» από τον Κέδρο με κεντρικό ήρωα έναν νεαρό κομίστα) οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα συναρπαστικό ταξίδι, στις φωτεινές αλλά και στις πιο σκοτεινές στιγμές της ανθρώπινης περιπέτειας.
Ορισμένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της νεοελληνικής ιστορίας – η Κατοχή, ο Εμφύλιος, τα Δεκεμβριανά- καθορίζουν τις ζωές των ηρώων. Καθώς εκτυλίσσεται η δράση και τα πρόσωπα αποκαλύπτουν τη μορφή τους στον αφηγηματικό καμβά, τα ιστορικά γεγονότα και οι περιπέτειες των ηρώων αποκτούν ευρύτερες, πολλαπλές σημασίες.
Όλα ξεκινούν όταν η ανθρωπολόγος Λουίζα Λασκαράτου επιστρέφει από την Οξφόρδη στην Αθήνα ύστερα από τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα της. Τότε, έρχεται αντιμέτωπη με την ύπαρξη ενός οικογενειακού ντοκουμέντου: μια φωτογραφία στην οποία η γιαγιά της, Λουίζ Χατζηλουκά, στέκεται μπροστά από έναν πίνακα, την αυτοπροσωπογραφία που είχε φιλοτεχνήσει ο διάσημος προπάππος της, ο Σκοτσέζος ζωγράφος του 19ου αιώνα Τζόναθαν Ντόντσον. Ο πίνακας, εξαφανισμένος από τα χρόνια της Κατοχής, δεν έχει μόνο καλλιτεχνική αξία για την οικογένεια της. Ήταν το έργο που πρόσφερε ο παππούς της σε έναν Γερμανό αξιωματικό, για να γλιτώσει τη γιαγιά της από την εκτέλεση με την κατηγορία της κατασκοπείας. Τελικά, η γιαγιά της, ζωγράφος της γενιάς του ’30 που αναζητούσε τη δύναμη του ελληνικού φωτός, εκτελέστηκε.
Η απόφαση της νεαρής ανθρωπολόγου να αναζητήσει τον χαμένο πίνακα της οικογένειάς της και τις συνθήκες του θανάτου της γιαγιάς της, δίνουν την ευκαιρία στη συγγραφέα να υφάνει αριστοτεχνικά μια στέρεη, βαθιά ανθρώπινη, ιστορία για τον πόλεμο, τη δύναμη του έρωτα, τη μνήμη και τη ρευστή φύση της αλήθειας, που κάποτε εμφανίζεται μπροστά μας με την αμφίσημη, απόκοσμη όψη ενός μυστηριώδους ιμπρεσιονιστικού πίνακα.
Πώς θα συστήναμε το βιβλίο σας στους αναγνώστες;
«Θα το σύστηνα απλά ως «μυθιστόρημα», όχι ως «αστυνομικό μυθιστόρημα». Αν και στην καρδιά της πλοκής βρίσκεται η αναζήτηση ενός χαμένου έργου τέχνης, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στα βιβλία του Iain Pears, το μυθιστόρημα δεν ακολουθεί ακριβώς τους κανόνες του είδους της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο τίτλος «Το Απαραίτητο Φως», συμβολίζει αυτό που απαιτείται για να αγγίξει κανείς την αλήθεια, είτε μιας ιστορίας, – εδώ της οικογενειακής ιστορίας που κρύβεται πίσω από την εξαφάνιση του πίνακα ενός πρωτοποριακού σκοτσέζου ζωγράφου του 19ου αιώνα και την ανεξήγητη εκτέλεση της ζωγράφου Λουίζ Χατζηλουκά-, είτε της προσωπικής αναζήτησης. Συγχρόνως, όμως, αναφέρεται και στη ζωγραφική, το φως το ελληνικό που προσπαθεί να αποτυπώσει η ζωγράφος στα έργα της».
Η αφήγηση συνδέεται με ορισμένες από τις σημαντικότερες περιόδους της νεοελληνικής Ιστορίας: τη Μικρασιατική Καταστροφή, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τα Δεκεμβριανά. Ποιο κίνητρο σάς ώθησε να τοποθετήσετε τη δράση του βιβλίου σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο;
«Το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο κινείται το μυθιστόρημα είναι τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα από την ιστορία της ζωγράφου Λουίζ Χατζηλουκά και το σήμερα, μέσα από την νεαρή ανθρωπολόγο Λουίζα Λασκαράτου. Σε κάθε περίπτωση, η εποχή είναι ένα ψυχικό και κοινωνικό σκηνικό άρρηκτα συνδεδεμένο με την πλοκή και τους χαρακτήρες. Δεν λειτουργεί ως διακοσμητικός καμβάς. Ένας συγγραφέας δεν επιλέγει μια εποχή με αφηρημένους κανόνες, αλλά επειδή αυτό είναι το φυσικό περιβάλλον της ιστορίας του. Πρέπει όμως και να τον θέλγει η ανθρώπινη ατμόσφαιρά της, πράγμα που εμένα μου συνέβη με την περίοδο όπου κινούνται οι ήρωές μου».
Η στάση σας απέναντι στην ιστορική πραγματικότητα δεν είναι συνηθισμένη, τουλάχιστον στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας. Ενώ οι δύσκολες εποχές που εκτυλίσσεται η δράση αναδύονται ανάγλυφες, ο αναγνώστης δεν εισπράττει την ιδεολογική φόρτιση του συγγραφέα, που συνοδεύει, συχνά, τέτοιου είδους αναφορές. Είναι, αυτή, μια έμμεση πρότασή σας για τον τρόπο ανάγνωσης της Ιστορίας;
«Δεν επιθυμώ να προτείνω καμία ανάγνωση της Ιστορίας. Το μυθιστόρημα δεν είναι ιστορική μελέτη. Το μυθιστόρημα και η Ιστορία κάνουν άλλη δουλειά. Η Ιστορία θέλει να μας δείξει τι έγινε, και να μας κάνει να καταλάβουμε τις αιτίες. Ένα μυθιστόρημα, αντίθετα, αντιμετωπίζει μια ιστορική εποχή ως αφηγηματική ευκαιρία, που εμπλέκει τους ήρωες σε καταστάσεις ενδιαφέρουσες, και σε αντιδράσεις συχνά έντονες. Αλλά, τελικά, το μυθιστόρημα μιλά κυρίως για τους ανθρώπους.
»Στο «Απαραίτητο Φως» δεν επιχειρώ μια ιδεολογική ανάγνωση της Ιστορίας, φορτισμένης ή μη φορτισμένης, με τον όρο που συνήθως αποδίδεται σε αυτή την έννοια. Αυτό που επιδιώκω είναι το ιστορικό πλαίσιο της ιστορίας μου να περνά μέσα από τους χαρακτήρες, αναπαριστώντας έτσι τις πολλαπλές οπτικές που ορίζουν οι δικές τους ματιές, που μπορεί να είναι και ιδεολογικές.
»Στο βιβλίο, άρα, δεν υπάρχει απλώς μια συγκεκριμένη ιδεολογική ανάγνωση, υπάρχουν πολλές: αυτές των χαρακτήρων μου. Βέβαια, δεν υπάρχει καμία ανάγνωση που δεν ξεκινάει σε κάποιο βαθμό και από την τοποθέτηση ή την προκατάληψη, αν θέλετε, του αφηγητή. Αυτό συμβαίνει με κάθε συγγραφέα. Ο συγγραφέας όμως πρέπει πρωτίστως να υπηρετεί τους ήρωές του και την ιστορία του. Εκείνοι είναι που τον καθοδηγούν. Αν ο συγγραφέας είναι έντονα προκατειλημμένος, κινδυνεύει να χτίσει στερεοτυπικούς ήρωες για να εξυπηρετήσει την ιδεολογία του και όχι την ιστορία του».
Αυτή η οπτική αμφισβητεί, σκοπίμως, τη βεβαιότητα της μίας και μοναδικής αλήθειας και την αναπαραγωγή ιδεολογικών προκαταλήψεων και στερεοτύπων;
«Υπάρχει άραγε μια και μοναδική αλήθεια; Θα ήθελα πολύ να το γνώριζα αυτό το σημείο απ’ όπου μπορεί κανείς να σταθεί και να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια. Σχετικά με το «Απαραίτητο Φως», όμως, να πω πως δεν είναι ένα μυθιστόρημα για την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, παρόλο που η συμμετοχή των ηρώων στην Αντίσταση είναι καθοριστική στην εξέλιξη της πλοκής και ο καθένας τους παίρνει μια ξεκάθαρη ιδεολογική θέση. Είναι μια ιστορία που τυχαίνει να ξετυλίγεται μέσα στο σύνθετο αυτό τοπίο.
»Όσον αφορά τη σύγχρονη ηρωίδα, την Λουίζα Λασκαράτου, αυτό που την προβληματίζει δεν είναι η Ιστορία, αλλά η ιστορία της οικογένειάς της, η απόσταση που ανακαλύπτει ανάμεσα σε αυτά που άκουσε ως παιδί, τον μύθο της και την αληθινή ιστορία της οικογένειάς της, έτσι όπως σταδιακά της αποκαλύπτεται μέσα από την έρευνά της. Κι αυτός ο προβληματισμός είναι που την οδηγεί σε μια γενικότερη αναθεώρηση της ενδόμυχης ανάγκης να φτάσει κανείς την απόλυτη αλήθεια στα πράγματα. Γιατί συχνά δεν είναι βέβαιο ότι προτιμά κανείς την αλήθεια από τους μύθους του. Έτσι λοιπόν, θα έλεγα ότι από τη μια προβάλλεται μεν η δυσκολία που συναντά κανείς στην αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας, αλλά ακόμη πιο πολύ, το δίλημμα που νιώθει στην πορεία αυτής της αναζήτησης, το κατά πόσο θέλει τελικά να φτάσει όσο κοντύτερα μπορεί σε αυτήν την αλήθεια, καταρρίπτοντας ίσως τους υπάρχοντες μύθους».
Οι αφηγήσεις των ανθρώπων και η μνήμη τους δεν είναι ικανές, τελικά, να αποκαλύψουν την πραγματικότητα;
«Αυτό που πάντοτε μετράει σε μια αφήγηση είναι το ποιος αφηγείται μια ιστορία και σε ποιον, το πότε και το γιατί. Καμία ιστορία δεν ξεφεύγει από τη ματιά του αφηγητή της. Μια αφήγηση φυσικά και μπορεί να αποκαλύψει κάποια αλήθεια, αλλά θα είναι πάντα η αλήθεια αυτού που την αφηγείται. Κι έπειτα είναι και το θέμα της απόστασης. Τα παιχνίδια της μνήμης είναι πολύ παράξενα. Σε μια σκηνή του βιβλίου, η Λουίζα περιγράφει πως ένιωσε μια μέρα όταν βρέθηκε στο Μουσείο Ορσέ κοιτάζοντας έναν πίνακα του Σερά. Δεν ήξερε που ήθελε να σταθεί, από ποια απόσταση να κοιτάξει, δεν ήξερε αν ήθελε να βλέπει τις κουκκίδες, τις λεπτομέρειες στην τεχνική του ζωγράφου, το παιχνίδι που έκανε με το χρώμα ή το αισθητικό αποτέλεσμα που είχε η σύνθεσή του, την ψευδαίσθηση, κοιτάζοντας τον πίνακα από μακριά. Έτσι είναι καμιά φορά και στη ζωή, ένα αντίστοιχο παιχνίδι παίζεται με τον χρόνο. Η απόσταση καμιά φορά δρα καταλυτικά».
Στους ήρωες του βιβλίου θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και τον χαμένο πίνακα ζωγραφικής που αναζητά η κεντρική ηρωίδα, προκειμένου να κατανοήσει το οικογενειακό της παρελθόν. Ποια άλλη σημασία αποδίδετε σε αυτήν την αναζήτηση;
«Συχνά οι ζωές των ανθρώπων και τον αντικειμένων μπλέκονται με τους πιο παράξενους τρόπους. Στο «Απαραίτητο Φως», ο πίνακας ως αντικείμενο, κρύβει πολλά μυστικά, τα οποία η Λουίζα πιστεύει πως θα της τα αποκαλύψει η εύρεσή του. Η επιθυμία της όμως να βρεθεί ο πίνακας, έχει να κάνει και με μια αίσθηση χρέους που νιώθει απέναντι στον πατέρα της, να ολοκληρώσει την αναζήτηση που εκείνος ξεκίνησε. Ύστερα από τον ξαφνικό του θάνατο, η Λουίζα καταδιώκεται από αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ μεταξύ τους, τη σχέση με τον πατέρα της που δεν κατάφερε ποτέ να έχει, όπως την ονειρεύτηκε. Στο πίνακα αναζητεί την εξιλέωση. Στην πορεία όμως θα ανακαλύψει πολύ περισσότερα για την ίδια και τον πατέρα της».
Το συγκεκριμένο έργο τέχνης αποκτά τις διαστάσεις ενός ιερού αντικειμένου. Σας έχει απασχολήσει αυτή η πτυχή της τέχνης;
«Λίγο πριν αρχίσω να γράφω το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, με απασχόλησε το ζήτημα της τύχης των κλεμμένων έργων τέχνης από τους ναζί, αλλά και γενικότερα, οι σχέσεις των ανθρώπων με τις χαμένες κληρονομιές τους. Σ’ ένα από τα βιβλία που διάβαζα, της Lynn H. Nicholas, μια φωτογραφία τράβηξε την προσοχή μου. Ήταν χιλιάδες κλεμμένες καμπάνες, στοιβαγμένες στην προκυμαία ενός λιμανιού, σαν ένα λιβάδι σπαρμένο με καμπάνες πλάι στη θάλασσα, που περίμεναν να φορτωθούν στα πλοία για να μεταφερθούν σε κάποιο εργοστάσιο της Γερμανίας και να μετατραπούν σε πολεμικό υλικό. Αυτή η εικόνα απεικονίζει το παράλογο του πολέμου. Παράλληλα όμως και το πως η ταυτότητα ενός αντικειμένου, όπως και η ανθρώπινη υπόσταση, αλλάζουν βίαια για να υπηρετήσουν το ρόλο που τους έχει επιβληθεί από τις περιστάσεις. Σε αυτή τη σκέψη βρήκα ένα από τα βασικά ερωτήματα που με απασχόλησαν στο μυθιστόρημα.
»Ο πίνακας, ως αντικείμενο, συνεχώς αλλάζει ιδιότητα ανάλογα τα χέρια στα οποία βρίσκεται. Συγκεκριμένα, για τον πατέρα της Λουίζας, λειτουργεί ως αφηγηματικό βοήθημα. Η Λουίζα αναφέρει σε κάποια στιγμή, πως για τον πατέρα της ο πίνακας ως “αντικείμενο”, ίσως να στάθηκε το μέσο για να της μεταφέρει κάτι για τον ίδιο—την απώλεια που τον βάραινε και που ποτέ δεν μοιράστηκε ευθέως μαζί της. Και φέρνει στο νου της τη φυλή των Κοντί, της Ανατολικής Ινδονησίας. Όταν κάποιος ζητούσε από τους Κοντί να μιλήσουν για τη ζωή τους, για τους ίδιους, το μόνο πράγμα που έκαναν ήταν το εξής: οι γυναίκες απαριθμούσαν τα μέλη της οικογένειάς τους, ενώ οι άντρες τα κατορθώματά τους και τις θέσεις που κατείχαν μέσα στην κοινότητα ή τις τελετουργίες που είχαν τελέσει. Το να μιλήσουν οι Κοντί για τους ίδιους, δηλαδή για την προσωπική τους ζωή και τα συναισθήματά τους σε ένα τρίτο πρόσωπο, δεν ήταν μέσα στην κουλτούρα τους. Όταν όμως κάποιος τους ζητούσε να μιλήσουν για ένα προσωπικό τους αντικείμενο, τότε και μόνο, ένας άλλος κόσμος ανοιγόταν στον ακροατή τους. Μέσα από τα αντικείμενά τους μπορούσαν να μιλήσουν για τον εαυτό τους και τις ζωές τους—οι ιστορίες των αντικειμένων και οι ζωές των ανθρώπων συχνά να αλληλοσυνδέονται και να μπλέκονται. Τις διαστάσεις όμως του «ιερού αντικειμένου», όπως λέτε, κάτι σαν θαυματουργής εικόνας, τις αποκτά ο πίνακας σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο της ιστορίας, που για ευνόητους λόγους δεν μπορώ να αποκαλύψω».
Υπάρχουν έργα τέχνης που θαυμάσατε με το ίδιο πάθος που αναζητά η ηρωίδα του βιβλίου τον χαμένο πίνακα;
«Αν ρωτάτε αν ποτέ είχα την οποιαδήποτε εμμονή με κάποιο έργο τέχνης θα σας απογοητεύσω. Όταν όμως έγινε η αναδρομική έκθεση στον Βαν Γκογκ στο Μουσείο Βαν Γκογκ στο Άμστερνταμ, με αφορμή τη νέα πλήρη έκδοση με τα γράμματα του ζωγράφου στον αδελφό του τον Τέο, ήξερα πως αυτή την έκθεση δεν μπορούσα να τη χάσω. Κι εκεί, μέσα στον χώρο, κοιτάζοντας γύρω μου, αυτό το συναίσθημα που ένιωσα προσπάθησα να το μεταφέρω σε μια σκηνή του βιβλίου που δεν μπορώ να αποκαλύψω εδώ γιατί θα προδώσει κάτι από την πλοκή».
Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας ζωγράφοι;
«Πάντα με δυσκολεύουν αυτές οι λίστες, να πρέπει να ξεχωρίσεις κάτι που αγαπάς και να το βάλεις σε σειρά. Αναμφισβήτητα, όμως, μερικά από τα πιο αγαπημένα μου έργα, για άλλους λόγους το καθένα, είναι η τοιχογραφία H Πομπή Των Μάγων του Benozzo Gozzoli στο παρεκκλήσι του παλατιού των Μεδίκων, η Συμφωνία Στα Λευκά, νούμερο 1, γνωστό και ως το Κορίτσι στα Λευκά, του James Whistler, το Αγόρι με Κόκκινο Γιλέκο του Paul Cezanne, Οι Λουόμενοι τουGeorges Seurat, το Χάραμα Μετά το Ναυάγιο του J. M. W. Turner,To Aτελιέ του Zωγράφου του Courbet, η Αγία Τριάδα του Αντρέι Ρουμπλιόφ. Και φυσικά δεν θα μπορούσα να αφήσω έξω τους Glasgow Boys, ιδιαίτερα το The Tennis Party του John Lavery και τις αυτοπροσωπογραφίες του Van Gogh. Αγαπώ όμως πολύ και τα Γιαπωνέζικα γούντπριντς και τα Punjab paintings του Ρατζαστάν.
Το σασπένς, το μυστήριο, και η αστυνομική πλοκή είναι, επίσης, μερικά από τα χαρακτηριστικά και αυτού του μυθιστορήματός σας. Το ενδιαφέρον σας για την αστυνομική λογοτεχνία παραμένει ενεργό;
«Διαβάζω πάντα και με μανία αστυνομική λογοτεχνία. Αυτή την περίοδο όμως, έχοντας μόλις περάσει, για τις ανάγκες του βιβλίου μου, ένα μεγάλο χρονικό διάστημα βυθισμένη στην ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε πρωτογενείς πηγές και αρχεία, αλλά και σε βιβλία ιστορίας της τέχνης, νιώθω την ανάγκη να ξαναδιαβάσω κάποιους από τους αγαπημένους μου συγγραφείς— Μπαλζάκ, Ντίκενς, Τουργκένιεφ, Μπόρχες, Τσέχοφ, Γκράχαμ Γκριν».
Η Παπαλιού αφηγείται στο μυθιστόρημά της, που κυκλοφόρησε πριν από δέκα χρόνια, δύο παράλληλες ερωτικές ιστορίες, κρατώντας αμείωτο το σασπένς.
ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ από δέκα χρόνια, λίγο αφότου είχε κυκλοφορήσει εδώ το μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού «Το απαραίτητο φως» (Ίκαρος) με «πρωταγωνιστή» έναν πολύτιμο πίνακα που δίνεται επί Κατοχής σε Γερμανό αξιωματούχο ως αντάλλαγμα για τη ζωή μιας Αθηναίας καταδικασμένης για την αντιστασιακή της δράση, τα διεθνή μέσα ασχολούνταν μ’ ένα σκάνδαλο ολκής: την υπόθεση Γκούρλιτ.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του γερμανικού «Focus», οι πίνακες που είχαν εντοπιστεί στο διαμέρισμα του υπερήλικα Κορνήλιου Γκούρλιτ στο Μόναχο αποτελούσαν μέρος της συλλογής του πατέρα του Χίλντεμπραντ Γκούρλιτ. Εβραϊκής καταγωγής και αξιοσέβαστος τεχνοκριτικός πριν από την άνοδο του ναζισμού, ο τελευταίος κατά την περίοδο του Γ’ Ράιχ είχε αποκτήσει μια πλειάδα έργων τέχνης από κυνηγημένους Εβραίους, σε εξευτελιστικές τιμές. Μετά το τέλος του πολέμου, όμως, εμφανιζόταν ως σωτήρας των ομοθρήσκων του και προστάτης των «εκφυλισμένων» ζωγράφων και ουδέποτε λογοδότησε για οτιδήποτε.
Το γεγονός ότι οι γερμανικές αρχές είχαν κρατήσει κρυφή την ιστορία σχεδόν επί μία διετία στηλιτεύτηκε δεόντως από τον Ελληνοαμερικανό καθηγητή Ιστορίας Τζόναθαν Πετρόπουλος, συστηματικό μελετητή της σχέσης των εθνικοσοσιαλιστών με την τέχνη, ο οποίος κλήθηκε από όλα τα μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία να σχολιάσει την υπόθεση.
Στο βιβλίο του «The Faustian Bargain» («Το παζάρι του Φάουστ»), ο Πετρόπουλος είχε επιχειρήσει να συλλάβει την ψυχολογία εκείνων των ιστορικών τέχνης, των επιμελητών εκθέσεων, των κριτικών ή των διευθυντών μουσείων που πούλησαν την ψυχή τους στους ναζί, διψασμένοι για αναγνώριση, πλούτο και εξουσία, και οι οποίοι στη συνέχεια όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά ανακατέλαβαν τα πόστα που είχαν πριν από τον πόλεμο.
Μολονότι βασισμένο σε ιστορικές πληροφορίες, το «Απαραίτητο φως» δεν θυμίζει εγκυκλοπαιδικό ανάγνωσμα. Με τις πιο απλές λέξεις του κόσμου, η Παπαλιού αφηγείται δύο παράλληλες ερωτικές ιστορίες –η μία σύγχρονη, η άλλη από τα χρόνια του ’40– και, κρατώντας αμείωτο το σασπένς, φωτίζει το μυστήριο που καλύπτει τα ίχνη ενός χαμένου πίνακα.
Το «Faustian Bargain» είχε σταθεί «πραγματική πηγή έμπνευσης» για την Παπαλιού όσο έγραφε το «Απαραίτητο φως», ενώ χρήσιμο της φάνηκε και το –επίσης αμετάφραστο στα ελληνικά– «The lost museum» του πορτορικανικής καταγωγής Αμερικανού ιστορικού Έκτορ Φελιτσιάνο, με άφθονες μαρτυρίες Εβραίων, οι περιουσίες των οποίων λεηλατήθηκαν από τους ναζί. Ως προς την πολιτιστική λεηλασία, στην Ελλάδα δεν είχαμε ανάλογα περιστατικά.
Έργα τέχνης σαν αυτά που ανακαλύφθηκαν στο Μόναχο θα μπορούσαν να έχουν αρπάξει οι Γερμανοί επί Κατοχής και από Εβραίους στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και τη Ρόδο, αλλά καμμιά σχετική καταγγελία δεν έχει αναφερθεί στο Ισραηλιτικό Συμβούλιο μέχρι σήμερα. Εκείνο, άλλωστε, που συνδέει ουσιαστικά τα παραπάνω επιστημονικά έργα με το μυθιστόρημα της Παπαλιού είναι η ατμόσφαιρα μιας ταραγμένης εποχής και η αξία που παίρνει ένα αντικείμενο όταν αποτελεί το μοναδικό στοιχείο που σε συνδέει με το χαμένο παρελθόν σου.
Ογκώδες –πάνω από 600 σελίδες– και με πλοκή αριστοτεχνικά δομημένη, το «Απαραίτητο φως» διαδραματίζεται κυρίως στην Κατοχή, ενώ τα πλοκάμια του απλώνονται από τις καλλιτεχνικές ανησυχίες μιας ομάδας πρωτοπόρων Σκοτσέζων ζωγράφων του 19ου αιώνα ως αυτές των εκπροσώπων της Γενιάς του ’30, και από τη δράση ελληνικών και βρετανικών αντιστασιακών οργανώσεων ως τις αναζητήσεις έργων τέχνης που κλάπηκαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μολονότι βασισμένο σε ιστορικές πληροφορίες, το «Απαραίτητο φως» δεν θυμίζει εγκυκλοπαιδικό ανάγνωσμα. Με τις πιο απλές λέξεις του κόσμου, η Παπαλιού αφηγείται δύο παράλληλες ερωτικές ιστορίες –η μία σύγχρονη, η άλλη από τα χρόνια του ’40– και, κρατώντας αμείωτο το σασπένς, φωτίζει το μυστήριο που καλύπτει τα ίχνη ενός χαμένου πίνακα.
Φιλοδοξία της ήταν να εξερευνήσει ουσιαστικά το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτά που συμβαίνουν και σε αυτά που μεταφέρονται έπειτα γραπτά ή προφορικά, τις σχέσεις της απώλειας με τη μνήμη, τους εύθραυστους δεσμούς που ενώνουν το παρελθόν με το σήμερα. Κι έπειτα από τριάμισι χρόνια δουλειάς, υπό την πειθαρχία που είχε αποκτήσει ως πρωταθλήτρια της ιππασίας στην εφηβεία της, τα κατάφερε.
Το «Απαραίτητο φως» ανοίγει με την άφιξη από την Οξφόρδη στην Αθήνα της ανθρωπολόγου Λουίζας Λασκαράτου, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με το τελευταίο «μήνυμα» που πρόλαβε να της αφήσει ο πατέρας της πριν από τον ξαφνικό θάνατό του: μια φωτογραφία με τη μοναδική αυτοπροσωπογραφία του φημισμένου Σκοτσέζου ζωγράφου που ήταν ο προπάππος της. Μια φωτογραφία όπου, πέρα από τον πίνακα, απαθανατίζεται σε νεαρή ηλικία και η γιαγιά της ηρωίδας, η Λουίζ Χατζηλουκά, επίσης ζωγράφος, μαθήτρια –μυθιστορηματική αδεία– του Παρθένη προπολεμικά και γητεμένη από το αττικό φως ως το μεδούλι, η οποία είχε εκτελεστεί από τους Γερμανούς παραμονές των Δεκεμβριανών, με την κατηγορία της κατασκοπείας.
Παιδί χωρισμένων γονιών, με απέχθεια προς τη μητέρα της και ανομολόγητη αδυναμία στον πατέρα της, τον οποίο δεν είχε χορτάσει ποτέ της, η Λουίζα Λασκαράτου κουβαλά σαν φυλαχτό την ιστορία του συγκεκριμένου πίνακα. Την άκουγε μικρή από τα χείλη του μπαμπά της αντί γι’ άλλο παραμύθι, μαθαίνοντας έτσι και την πολυκύμαντη ιστορία των προγόνων της με τις σκοτσέζικες και μικρασιάτικες ρίζες. Όπως σύντομα θα διαπιστώσει, η ιστορία του εξαφανισμένου από το ’44 πίνακα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκτέλεση της γιαγιάς της.
Και με τη βοήθεια ενός νεαρού δικηγόρου που λάτρευε να μισεί, επειδή θεωρούσε ότι καρπωνόταν την αγάπη του πατέρα της που της αναλογούσε, θα ριχτεί σε μια περιπέτεια που θα κλονίσει όλες τις βεβαιότητες που έτρεφε. Το «ηρωικό» παραμύθι των παιδικών της χρόνων θ’ αποδειχτεί πως φέρει πολλές σκιές. Η αποκάλυψη όμως της αλήθειας θα τη λυτρώσει.
Η Ντορίνα Παπαλιού ανήκει σε μια «ανιστόρητη γενιά» ως προς τα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Κατάλαβε, εν τούτοις, πως «αν είχες ψυχή, δεν υπήρχε περίπτωση να μείνεις ουδέτερος εκείνα τα χρόνια. Το στρατόπεδο που διαλέγει κανείς εξαρτάται κυρίως από τα βιώματά του». Η αστικής καταγωγής Λουίζ Χατζηλουκά, η ηρωίδα με την οποία ταυτίζεται περισσότερο η ίδια, από το ξέσπασμα κιόλας του ελληνοϊταλικού πολέμου παραμερίζει τη ζωγραφική και διοχετεύει όλη της την ενέργεια στη φροντίδα των τραυματισμένων φαντάρων στο νοσοκομείο που είχε στηθεί στους χώρους του Αρσακείου.
Εκεί είναι που θα γνωρίσει έναν άντρα αλεξανδρινής καταγωγής που διατηρεί επαφές με τη βρετανική οργάνωση SOE και με κίνδυνο της ζωής της θα τον βοηθήσει στην αντιστασιακή του δράση. Η ερωτική έλξη που νιώθουν μεταξύ τους έρχεται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις απαιτήσεις του αγώνα, αλλά το γαλάζιο βλέμμα της Χατζηλουκά στην περίφημη φωτογραφία, όπου ποζάρει μπροστά στην αυτοπροσωπογραφία του παππού της, αυτό τον άντρα αντικρίζει. Και είναι –αλίμονο– αυτό το βλέμμα, πειστήριο του έρωτά της, που θα την οδηγήσει μια ώρα αρχύτερα στο απόσπασμα…
Η αναζήτηση του χαμένου πίνακα στο «Απαραίτητο φως» είναι το ιδανικό όχημα για να ταξιδέψουμε στη Γλασκώβη, στη Σμύρνη, στην κατοχική Αθήνα, αλλά και στην Αρλ, όπου και το «κίτρινο σπίτι» του Βαν Γκογκ, να προσεγγίσουμε το αίτημα της αυθεντικότητας στην τέχνη, αλλά και το αίτημα της αγάπης που εκφράζουν σχεδόν όλοι οι ήρωες του βιβλίου, και να ευχηθούμε να μη ζήσουμε ποτέ ξανά τόσο βίαιους καιρούς σαν αυτούς που ζωντανεύει η Παπαλιού με τη λιτή, κινηματογραφική γραφή της. Είναι ν’ απορεί κανείς που το βιβλίο της δεν έχει μεταφερθεί ακόμη στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη.
Με σπουδές νευροβιολογίας, ιστορίας και ανθρωπολογίας στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, η Ντορίνα Παπαλιού, εκτός από το «Απαραίτητο φως», έχει πίσω της αρκετές ιστορίες για παιδιά, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα σαν κόμικς, το «Γκάτερ» (Κέδρος), ενώ το τρίτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Η φωνή στα χέρια της» θα κυκλοφορήσει φέτος και πάλι από τον Ίκαρο.
Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη
Από ένα μικρό σχετικά μυθιστόρημα σε ένα ογκωδέστατο έργο, κι από μια αστυνομική ιστορία σε μια οικογενειακή σάγκα που διαπερνά την ιστορία· από έναν νεαρό πρωταγωνιστή που αναζητά τον δολοφόνο σε μια πείσμονα νεαρή ανθρωπολόγο που ψάχνει το παρελθόν, κι από τα σκίτσα τού πρώτου στον πίνακα του πρωτοποριακού ζωγράφου Τζόναθαν Ντόντσον… Κάπως έτσι θα μπορούσε κανείς να διαγράψει την πορεία τής Ντορίνας Παπαλιού από το πρώτο της βιβλίο το 2007 (Γκάτερ, εκδόσεις Κέδρος) στο φετινό Απαραίτητο φως.
Άξονας του νέου της μυθιστορήματος αποτελεί ο χαμένος πίνακας που φιλοτεχνήθηκε στα μέσα τού 19ου αιώνα και μεταφέρθηκε στην εγγονή τού καλλιτέχνη, τη γνωστή ζωγράφο τής γενιάς τού ’30 Λουίζ Χατζηλουκά. Τα ίχνη του όμως χάθηκαν, όταν φέρεται να δόθηκε σε γερμανό αξιωματικό κατά τη διάρκεια της Κατοχής για να απελευθερωθεί η Λουίζ, και τώρα η ομώνυμη εγγονή της, η εργαζόμενη σε μουσείο στην Αγγλία Λουίζα, συνεχίζει την έρευνα του άρτι εκλιπόντος πατέρα της για να τον ξαναβρεί.
Στην ουσία, λοιπόν, το κείμενο μοιράζεται σε δύο χρονικά επίπεδα, το σήμερα που αποτελεί και τον χρόνο τής έρευνας και το τότε, από το 1941 κ.εξ., όταν συναντάμε και τις τελευταίες ενδείξεις για την ύπαρξη του πίνακα. Αυτό το ιστορικό δίπολο εμφανίζεται και στην αφήγηση, η οποία παρακολουθεί εναλλάξ, σε διαδοχικά κεφάλαια, πότε το παρελθόν και πότε το παρόν. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση κινείται υπό το πρίσμα τής οπτικής γωνίας τόσο της Λουίζ όσο και της Λουίζας και γενικά δεν ξεφεύγει από τη ρεαλιστική βάση, την ομαλή εξιστόρηση γεγονότων και σκέψεων, την παραδοσιακή πορεία της αφηγηματικής εκφοράς.
Αναθεωρώντας το παρόν μέσα από την αναψηλάφηση του παρελθόντος
Μπορεί κανείς να θαυμάσει την οικονομία του έργου, το οποίο σε πάνω από εξακόσιες σελίδες καταφέρνει να συναρμόσει τα γεγονότα, τα πρόσωπα και τις εξελίξεις σε ένα άρτιο σύνολο, που αποζημιώνει τον αναγνώστη. Μέσα σ’ αυτήν την ολοκληρωμένη πλοκή, η αναζήτηση του πίνακα μετατρέπεται σε αναζήτηση της τύχης τής γιαγιάς Λουίζ και από εκεί σε κάτι ευρύτερο που σχετίζεται με την Αντίσταση αλλά κυρίως με τις εμφύλιες και διαπροσωπικές διαμάχες μέσα στην Κατοχή. Ο αγώνας δεν ήταν μόνο ιδεολογικός και καθόλου δεν συνεπάγεται ότι κάθε φόνος μέσα σ’ αυτήν την κρίσιμη περίοδο είχε εμφυλιακά χαρακτηριστικά, όπως έχουμε συνηθίσει στη λογοτεχνία. Οι προσωπικές διαφορές ήταν εξίσου καταστροφικές τότε όπως και πάντοτε.
Γενικότερα, η Ντορίνα Παπαλιού στήνει μια διπλή ιστορία όπου η διαπροσωπική αντιπαλότητα προξενεί προβλήματα, ψυχικά και κοινωνικά. Η Λουίζ έπεσε θύμα (όχι μόνο) των Γερμανών, ο άντρας της έφυγε άδοξα, ενώ η Λουίζα δείχνει την απέχθειά της απέναντι στον νεκρό πατέρα της που την παραμελούσε και στον Πέτρο που προβιβάστηκε από βοηθός στο δικηγορικό γραφείο του πατέρα της σε ευνοούμενο και δυνάμει γιο του.
Εντέλει η αναψηλάφηση του παρελθόντος μπορεί να κινητοποιήσει την αναθεώρηση του παρόντος; Το μυθιστόρημα με άξονα μια ιστορία που δεν είναι όπως φαίνεται (δεν είναι όλοι αριστεροί ή φασίστες, δεν αντιστάθηκαν μόνο οι κομμουνιστές, οι φόνοι δεν είχαν μόνο ιδεολογικά κίνητρα κ.λπ.) επιχειρεί να καθαρίσει τα θολά τοπία των πρισματικών θεωρήσεων του εθνικού παρελθόντος και ταυτόχρονα να φωτίσει τα οικογενειακά και προσωπικά υπόγεια των σημερινών Ελλήνων.
Η όλη εικονοποιία δημιουργεί εντυπώσεις κινηματογραφικής ταινίας και τα πρόσωπα εντάσσονται πλήρως στον χρόνο και στην ατμόσφαιρα των γεγονότων. Η σχοινοτενής ιστορία δεν κουράζει, αν κανείς δεν επείγεται να μάθει το τέλος, αλλά εξερευνά διάφορα ιστορικά και ψυχικά δεδομένα, καθώς ο αναγνώστης φαντάζεται ποικίλα σκηνικά και περνά από το παρόν στο παρελθόν και τανάπαλιν, βιώνοντας ενεργά το κλίμα της Κατοχής
Το μυθιστόρημα-ποταμός της Ντορίνας Παπαλιού, με κεντρικό άξονα την περιπέτεια ενός ζωγραφικού πίνακα από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το 2006 –έτος που επιστρέφει στα χέρια της Λουίζας Λασκαράτου– εξελίσσεται σε κοινωνικό θρίλερ, που για να το παρακολουθήσεις αναγνωστικά απαιτείται η εξερεύνηση και αποκωδικοποίηση των επιμέρους ιστοριών. Το βιβλίο δομείται σε δύο επίπεδα: κατ’ αρχάς στα έτη 1940-43, που αφορούν τη γιαγιά της ηρωίδας Λουίζ Χατζηλουκά, την εμπλοκή της με την Αντίσταση και την άδικη εκτέλεσή της από τους Γερμανούς. Και στο έτος 2006, όπου η Λουίζα, αρχίζοντας μετά τον θάνατο του πατέρα της την έρευνα, τόσο για εκείνα τα δύσκολα χρόνια, όσο και για την ανεύρεση του πίνακα, πράγμα που καταφέρνει. Στο πρώτο πεδίο, η πέρα από κάθε αμφισβήτηση εμπλοκή της γιαγιάς στον αντιστασιακό αγώνα κάνει τα γεγονότα έμπλεα παραστάσεων που έχουμε βιώσει λογοτεχνικά, που έχουμε γνωρίσει μέσα από έργα-σταθμούς, που έχουμε περιδιαβεί σε σελίδες οι οποίες αφορούσαν εκπληκτικές παραμυθίες. Και η Παπαλιού, όμως, συνεχίζοντας αυτή την παράδοση για τα αιματοβαμμένα χρόνια της Κατοχής, με πολύ σωστό υλικό, με πολύ προχωρημένη έρευνα και, τέλος, με συμβάντα, που έστω και με τόσο μεγάλη απόσταση από το σήμερα φαίνονται πλήρως αφομοιωμένα, παρουσιάζεται σαν μια επαρκέστατη συγγραφέας, η οποία ήθελε και έγραψε ένα έργο αληθινά αριστουργηματικό. Πράγματι, απολαμβάνει κανείς τόσο τον θετικό και ηθικό χαρακτήρα της Χατζηλουκά, η οποία δίνει τα πάντα προκειμένου να απελευθερωθεί η πατρίδα μας, παρότι η ίδια, μισή Σκοτσέζα, θα μπορούσε να απαλλαγεί όλων αυτών των δεινών, όσο και της εγγονής, η οποία κάνει ό,τι είναι δυνατόν, συναντώντας απίθανους ανθρώπους που ακόμη ζουν ή συγγενείς τους, οι οποίοι της προσφέρουν εξαιρετικές λεπτομέρειες, σε σημείο τέτοιο, ώστε ο χαρακτήρας της πεζογράφου, όσο και αν δεν πρέπει να συγκρίνεται με το έργο, παρουσιάζεται ακέραιος, συνεπής, ολοκληρωμένος και, πάνω απ’ όλα, δημιουργικός. Καθώς, νομίζοντας πως ο πίνακας έπεσε θύμα των χιτλερικών αφαιμάξεων που επικρατούσαν τότε, θέτει την απόγονο ενώπιων ευθυνών, που στόχο έχουν και την εξιχνίαση της υπόθεσης, σαν η ίδια να βρισκόταν στη θέση της. Εν κατακλείδι, ο έρωτας της ζωγράφου για τον Κωστή Σαββίδη, ο γάμος της με τον Λασκαράτο αλλά και ο έρωτας της εγγονής για τον Πέτρο, που διαφαίνεται, μέχρι να εκδηλωθεί, σχεδόν μετά μια δεκαετία και χωρίς να πραγματοποιείται καμιά ερωτική σκηνή σε ολόκληρο το μυθιστόρημα, δίνει μια γεύση ευτυχισμένου τέλους, που τόσο πολύ ανάγκη το έχει ο αναγνώστης, ο οποίος περιπλανάται ηδονικά στην πολυσέλιδη αφήγηση.
Είδαμε εν συντομία το θεματολογικό μέρος του βιβλίου, ας ασχοληθούμε λίγο με τον τρόπο εκφοράς του. Πράγματι, έχουμε ένα καταπληκτικό γλωσσικά επίτευγμα, το οποίο ρέει με έντονη θεατρικότητα, με αποκαλυπτικούς διαλόγους, με ελληνικά που κοσμούν τη σύγχρονη πεζογραφία, χωρίς προκλητικές ή ανήθικες συνισταμένες, χωρίς έντονες δραματοποιήσεις, πλην της ιστορίας της ζωγράφου που οι ειδικές ανάγκες ωθούν προς αυτόν τον τομέα, άρα χωρίς διάθεση συναισθηματικών εκκρίσεων, που θα παραπλανούσαν από την αρχική ιδέα. Η Παπαλιού αναδεικνύεται σε ειδήμονα ενός χώρου στον οποίο πάτησαν πολλοί συγγραφείς, αναδεικνύεται σε ωριμότατη αφηγήτρια γεγονότων και επεισοδίων που, παρά την ακραία φαντασία που περιέχουν, είναι ρεαλιστικές παράμετροι, που περιγράφουν το απύθμενο κάλλος, έστω και με ρίσκο την προσφορά της ίδιας της ζωής, ενός αγώνα που όμοιός του δεν υπάρχει, που αποτελεί την κορωνίδα των μαχών, για δημοκρατία, δικαιοσύνη και ελευθερία στην έκφραση. Η ατμόσφαιρα του έργου προσαρμόζεται πλήρως στο κάθε αφηγηματικό στάδιο του μυθοποιητικού ιστού, ενώ το ύφος ταυτίζεται ανάμεσα στο παραμυθιακό σκηνικό της Κατοχής και στη σύγχρονη ζωή, έστω και αν αυτή εμπεριέχει ένα θεωρητικό στοιχείο, την ανεύρεση δηλαδή ενός πίνακα, η τύχη του οποίου αγνοείται πάνω από 70 χρόνια. Η όλη θαυμαστή στοιχειοθέτηση του μύθου, που η Παπαλιού επιχειρεί με πλήρη επιτυχία, γίνεται επίσης ορατή και από την εποπτεύουσα γνωστική και επαρκή εκφραστική οπτική γωνία, με την οποία βλέπει τα πράγματα, καθ’ όλα προοδευτική και πρωτοποριακή, έως του σημείου της ολοκληρωτικής παράθεσης που κλειδώνει κάθε αντίδραση, όπως εκείνη για τη μεγάλη έκταση του μυθιστορήματος, που θα μπορούσε να επιφέρει χάσματα ή κενά. Κάτι που όχι μόνο δεν συμβαίνει αλλά το αντίθετο, όσο προχωρεί η αφήγηση, τόσο περισσότερο ο αναγνώστης αισθάνεται συνεπαρμένος και απ’ τη θεματολογική του προσαρμογή αλλά και από την εκφορά, που όντως θρυμματίζουν σελίδα τη σελίδα και τις προσωπικές εκτιμήσεις και τις ακραίες διεξόδους και τις συλλογικές δράσεις και πράξεις για ό,τι ανώτερο ενυπάρχει σε αυτή τη ζωή που μας δόθηκε.
Μη φοβηθεί κανείς από εμάς τον τεράστιο όγκο του συγκεκριμένου μυθιστορήματος , διότι απλούστατα πουθενά δεν θα κουραστούμε, πουθενά δεν θα δυσφορήσουμε, πουθενά δεν θα νιώσουμε άσχημα. Είναι από κείνες τις λίγες φορές που ένα έργο τέχνης, το οποίο αναζητά ένα άλλο έργο τέχνης, πετυχαίνει τόσο απόλυτα τον στόχο του. Κι επίσης διότι είναι από εκείνες τις δημιουργίες που, όσο και αν τροφοδοτούν με ψυχαγωγία όσους μπουν στη διαδικασία ανάγνωσης, προσφέρουν επιπλέον γνήσια αισθήματα, γνήσια συναισθήματα, γνήσια αισθητική.
Είναι αλήθεια ότι σε κάθε οικογένεια υπάρχει και μια ιστορία που μένει απόκρυφη από τα μέλη της. Η προσπάθεια να διερευνήσεις την άγνωστη πλευρά της ιστορίας σε φέρνει μπροστά σε απροσδόκητες εκπλήξεις. Η αναζήτηση ενός χαμένου πίνακα φέρνει στο φως εύθραυστους δεσμούς που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν.
Το νέο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού έχει και πάλι αστυνομική πλοκή και κερδίζει τον αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας σελίδες.
Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί το μυθιστόρημα Το απαραίτητο φως (εκδόσεις Ίκαρος);
Κάποια στιγμή, λίγο αφότου τελείωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Γκάτερ, με απασχόλησε το ζήτημα της τύχης των κλεμμένων έργων τέχνης από τους ναζί, αλλά και γενικότερα, οι σχέσεις των ανθρώπων με τις χαμένες κληρονομιές τους. Διάβασα πολλά βιβλία σχετικά με το θέμα. Σ’ ένα από αυτά, μια φωτογραφία τράβηξε την προσοχή μου. Χιλιάδες κλεμμένες καμπάνες, στοιβαγμένες στην προκυμαία ενός λιμανιού, σαν ένα λιβάδι σπαρμένο με καμπάνες πλάι στη θάλασσα, περίμεναν να φορτωθούν στα πλοία για να μεταφερθούν σε κάποιο εργοστάσιο της Γερμανίας ώστε να μετατραπούν σε πολεμικό υλικό. Αυτή η εικόνα απεικονίζει το παράλογο του πολέμου. Παράλληλα όμως και το πώς η ταυτότητα ενός αντικειμένου, όπως και η ανθρώπινη υπόσταση, αλλάζουν βίαια για να υπηρετήσουν τον ρόλο που τους έχει επιβληθεί από τις περιστάσεις. Σε αυτή τη σκέψη βρήκα τα βασικά ερωτήματα που με απασχόλησαν στο μυθιστόρημα. Ίσως αυτή η φωτογραφία να ήταν που με κινητοποίησε συναισθηματικά ώστε ν’ αρχίσω να δουλεύω στο χαρτί τις πρώτες ιδέες. Αρχικά ήταν αόριστες, είχαν να κάνουν με έναν χαμένο πίνακα, μάλλον κλεμμένο από τους ναζί, που θα λειτουργούσε ως συνδετικός κρίκος μιας ιστορίας που θα εξελισσόταν στο τότε, την Ελλάδα στα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, και στο σήμερα. Σιγά σιγά όμως άρχισα να χτίζω κάτι πιο συγκεκριμένο, την ιστορία και τους ήρωές της.
Η ιστορία που γράφετε στο μυθιστόρημα μας ταξιδεύει στο σήμερα αλλά και στο χθες. Δεν είναι δύσκολο να γράψεις για το παρελθόν όταν δεν το έχεις ζήσει;
Κάθε φορά που προσπαθείς να χτίσεις έναν κόσμο στον οποίο κινούνται φανταστικοί ήρωες, είτε τον γνωρίζεις προσωπικά, είτε μέσα από τα βιώματα άλλων, υπάρχουν δυσκολίες. Για την ευρωπαϊκή ιστορία του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διαβάζω από τότε που σπούδαζα Ιστορία στο πανεπιστήμιο. Όταν όμως άρχισε να διαμορφώνεται στο μυαλό μου ο μύθος για το Απαραίτητο φως, άρχισα να διαβάζω και πολύ πιο ειδικά πράγματα, και για να βρω στοιχεία αλλά και για να καταλάβω την κοινωνική και την ψυχολογική ατμόσφαιρα της εποχής όσο καλύτερα μπορούσα. Επίσης, κουβέντιασα και με ανθρώπους που έζησαν εκείνα τα χρόνια, με βιώματα παρόμοια με των ηρώων μου, αλλά και αρκετούς ιστορικούς μελετητές της περιόδου, που έχουν ερευνήσει κάποιες από τις καταστάσεις που περιγράφω. Από εκεί και πέρα, ο τρόπος που γράφει κανείς για μια εποχή που δεν την έχει ζήσει είναι με την κοινή ανθρώπινη εμπειρία, με τη δυνατότητα που έχουμε, ως άνθρωποι, να καταλαβαίνουμε και να ταυτιζόμαστε με άλλους ανθρώπους, έστω κι αν ανήκουν σε διαφορετικούς καιρούς. Ταυτίζεσαι με τους ήρωες βάσει των κοινών ανθρώπινων βιωμάτων, των δικών τους και των δικών σου. Αυτά είναι το κλειδί που τους ξεκλειδώνει, για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Ο έρωτας, ο φθόνος, η αγάπη της δημιουργίας, η αγωνία του θανάτου υπάρχουν σε κάθε εποχή.
Από τις πρώτες σελίδες κερδίζετε τον αναγνώστη. Χρειάζεται κάποια τεχνική για να γράψουμε ένα μυθιστόρημα;
Μακάρι να είναι όπως το λέτε, κάθε συγγραφέας θέλει να κερδίζει τον αναγνώστη του. Για την τεχνική του γραψίματος υπάρχουν πανεπιστημιακά τμήματα δημιουργικής γραφής, ανεξάρτητα σεμινάρια και φυσικά χιλιάδες βιβλία. Δεν είναι λίγα τα βιβλία που υπόσχονται να διδάξουν: «Πώς να καθηλώσετε τον αναγνώστη σας από την πρώτη σελίδα», «πώς να γράψετε το ιδανικό άνοιγμα», «η τέχνη της πλοκής», «πώς να χτίσετε αξέχαστους ήρωες», «πόση πλοκή και πόση έμφαση στους χαρακτήρες χρειάζεται σε ένα καλό μυθιστόρημα» κτλ. Δεν πιστεύω όμως σε φόρμουλες και συνταγές. Δεν τα απορρίπτω, αλλά δε θα τους έδινα μεγαλύτερη αξία από αυτή που δίνω στη γνώση του συντακτικού και της γραμματικής. Το να γνωρίζει κανείς τους κανόνες και τις φόρμουλες, όπως και τη γραμματική, δεν αρκεί για να γράψει ένα καλό μυθιστόρημα ή ένα μυθιστόρημα που θα κερδίσει τους αναγνώστες. Συχνά τυχαίνει να διαβάσω καλογραμμένα βιβλία που όμως δε με αγγίζουν. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την ιστορία που αφηγούνται, αν είναι καλοστημένη ή όχι η πλοκή, το πόσο ζωντανοί είναι οι χαρακτήρες, πόσο γοητεύουν τον αναγνώστη ώστε να θέλει να παρακολουθήσει την περιπέτειά τους, αλλά και με το ύφος, τη φωνή του συγγραφέα, κάτι που κανείς δεν μπορεί να σε διδάξει, κάτι που το ανακαλύπτεις μόνος σου, δοκιμάζοντας και αποτυγχάνοντας πολλές φορές. Υπάρχουν βιβλία που αν τα έγραφε κάποιος σε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής θα του έλεγαν καλύτερα να πάει σπίτι του και να σκεφτεί κάποιο άλλο επάγγελμα, γιατί δεν τηρεί τους κανόνες. Κι όμως υπάρχουν βιβλία που σπάνε όλους τους κανόνες και έχουν μείνει στην Ιστορία. Για κάθε ένα βιβλίο ξεχωριστά που κατέκτησε το κοινό του, κάποιος άλλος λόγος θα υπάρχει που το πέτυχε. Κι άλλωστε, το γούστο του κάθε αναγνώστη είναι ξεχωριστό. Το γράψιμο βλέπετε είναι μια μοναχική εργασία. Ο παραδοσιακός παραμυθάς, που έλεγε προφορικές ιστορίες σε ζωντανό κοινό, εισέπραττε τους σφυγμούς του και μπορούσε να προσαρμόσει την αφήγησή του ανάλογα. Ο συγγραφέας όμως πρέπει να μαντεύει συνεχώς τι θα τραβήξει ή θα απωθήσει τον υποθετικό αναγνώστη που έχει στο μυαλό του, γράφοντας.
Η αναζήτηση του χαμένου πίνακα ανακαλύπτει τους εύθραυστους δεσμούς που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν. Δεν υπάρχει όμως ο φόβος να ανακαλύψουμε πράγματα που μπορεί και να μας κλονίσουν;
Η αναζήτηση του χαμένου πίνακα φέρνει τη σύγχρονη ηρωίδα του βιβλίου, μια νεαρή ανθρωπολόγο, τη Λουίζα, αντιμέτωπη με μια άγνωστη ιστορία. Η εκτέλεση της μητέρας του πατέρα της στα χρόνια της Κατοχής, όπως αρχίζει η ίδια να την ανακαλύπτει, της δημιουργεί πολλά αναπάντητα ερωτήματα, αντίθετα από την εκδοχή της που είχε ακούσει από τον πατέρα της, μικρή, τον μύθο με τον οποίο μεγάλωσε. Τις απαντήσεις, την αλήθεια, θα τις ψάξει τελικά στην αναζήτηση του χαμένου πίνακα. Όμως στην πορεία θα αναρωτηθεί για το νόημα της ίδιας της αλήθειας. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που συνέβη και στις αφηγήσεις του είναι πάντα μεγάλη, ο μύθος και η αλήθεια έρχονται πάντα σε σύγκρουση, και στην Ιστορία, και στις προσωπικές, καθημερινές μας ιστορίες. Το πόσο κοντά θα φτάσει ή πόσο κοντά θα θελήσει να φτάσει τελικά στην αλήθεια είναι ένα από τα βασικά διλήμματα της Λουίζας. Θέλει να διακινδυνεύσει να κλονιστεί ο μύθος της; Κι αν όχι, τότε τι θέλει; Ανάμεσα σε μια δυσάρεστη αλήθεια και την αμφιβολία τι είναι προτιμότερο;
Ο τίτλος Το απαραίτητο φως είναι συμβολικός ή αναφέρεται στο φως το ελληνικό;
Αναφέρεται στη ζωγραφική, το φως το ελληνικό που προσπαθεί να αποτυπώσει η ζωγράφος στα έργα της, αλλά συμβολίζει και αυτό που απαιτείται για να αγγίξει κανείς την αλήθεια, είτε μιας ιστορίας είτε της προσωπικής αναζήτησης.
Η Λουίζα –η εγγονή– πίστευε πως σε κάθε αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας δεν είναι απαραίτητη η αντανάκλαση της αλήθειας, αλλά μια νέα σύνθεση. Εσείς συμφωνείτε με τη γνώμη της;
Αυτό που λέει η Λουίζα είναι ότι από τη μια υπάρχει η αλήθεια και από την άλλη οι αφηγήσεις της. Αυτό που όντως συνέβη, και οι πολλαπλές πιθανές αφηγήσεις του, κατά κανόνα διίστανται. Από εκεί και πέρα, η προσωπική ματιά του αφηγητή, αλλά και το σε ποιον απευθύνει την αφήγηση, το πότε και το γιατί, είναι καθοριστικοί παράγοντες στη σύνθεση που θα επιχειρήσει.
Γράφετε ότι ο φόβος που νιώθει ο ζωγράφος απέναντι στο λευκό τελάρο είναι αντίστοιχος με τον τρόμο της λευκής σελίδας. Μπορείτε να μας ερμηνεύσετε αυτές τις σκέψεις;
Κάποια στιγμή, η άλλη ηρωίδα μου, της εποχής της Κατοχής, η Λουίζ Χατζηλουκά, μιλώντας με έναν φίλο της ποιητή, περιγράφει τον τρόμο που συχνά νιώθει μπροστά στο λευκό τελάρο. Κι εκείνος της λέει πως την καταλαβαίνει, γιατί ο τρόμος της είναι αντίστοιχος με τον φόβο και την αγωνία που νιώθει κι ο ίδιος μπροστά στη λευκή σελίδα. Μέσα από τον διάλογο των δυο χαρακτήρων, θέλησα να εκφράσω την αγωνία της δημιουργίας, τη στιγμή όπου κάτι ως τότε ανύπαρκτο, που υφίσταται μόνο στο μυαλό του δημιουργού, καλείται να αποκτήσει σάρκα και οστά, να γίνει ορατό, στο τελάρο ή το χαρτί, ώστε αργότερα να αποκτήσει μια δική του ζωή, που πάντα θα χαρακτηρίζει τον δημιουργό του στα μάτια των άλλων. Σε αυτή τη μονιμότητα του έργου ίσως να έγκειται ο τρόμος.
Παλιά έλεγαν ότι όταν οι άνθρωποι φεύγουν αυτό που μένει είναι τα πράγματα. Αλλά και πέρα απ’ αυτό οι ιστορίες τους. Ποια είναι η γνώμη σας;
Συχνά οι ζωές των ανθρώπων και οι ζωές των αντικειμένων μπλέκονται με τους πιο παράξενους τρόπους. Στο Απαραίτητο φως, τα αντικείμενα λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι. Δεν είναι μόνο ο χαμένος πίνακας, που πρωταγωνιστεί, αλλά και διάφορα άλλα αντικείμενα που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία, που θα κρύψουν ή θα αποκαλύψουν μυστικά, θα θέσουν ερωτήματα στα μάτια των ηρώων.
Ποια στοιχεία πρέπει να προσέξει ο συγγραφέας για να γράψει ένα έργο που θα είναι ποιοτικό και να αντέχει στον χρόνο;
Αν υπήρχε τέτοια συνταγή, τι ακριβώς κάνει ένα έργο αθάνατο, θα ήθελα πολύ κάποιος να μου την πει!
Όλοι οι συγγραφείς θέλουν να τους γράφουν θετική κριτική. Ποια είναι η αντίδραση του δημιουργού όταν γραφεί μια αρνητική κριτική;
Αν κανείς δεν αντέχει τις αρνητικές κριτικές, καλό είναι να μην καταπιαστεί ποτέ με κάτι δημιουργικό. Κάθε καλλιτέχνης είναι συνεχώς εκτεθειμένος στην κριτική, όχι μόνο των επαγγελματιών, αλλά κυρίως του κοινού.
Διαβάζετε άλλα μυθιστορήματα; Είναι αναγκαίο να διαβάζει ο συγγραφέας;
Αν δε διαβάζεις μυθιστορήματα, μάλλον δε σου αρέσει το είδος, άρα δε βλέπω τον λόγο γιατί να θέλεις και να τα γράφεις. Κάπως πάνε μαζί αυτά…
Ποιο βιβλίο έχετε στο προσκεφάλι σας;
Αυτό που έχω πάντοτε μαζί μου είναι ένα σημειωματάριο, για να σημειώνω εκείνες τις ιδέες που αν δεν καταγραφούν, ξεχνιούνται, όπως κάποιο παράξενο όνειρο με το οποίο έχεις ξυπνήσει και που ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, αν δεν το πεις σε κάποιον ή δεν το καταγράψεις, ποτέ δε θα το ξαναθυμηθείς, όσο κι αν προσπαθήσεις.
Ένας χαμένος πίνακας, δυο γυναίκες, μυστικά και πολλά αναπάντητα ερωτήματα που ταλαιπωρούν μια οικογένεια για πολλά χρόνια, είναι ο μυθιστορηματικός καμβάς πάνω στον οποίο πλέκει την συναρπαστική ιστορία της, η συγγραφέας Ντορίνα Παπαλιού, στο πολύ καλό της βιβλίο «ΤΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΦΩΣ» (Εκδ. Ίκαρος, σελ.628).
«Κανείς δεν ξεφεύγει απ’αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένος, το υλικό του. Πολλά τα δείχνει αλλιώτικα το φως. Αυτό που κρύβεις μέσα σου, παραμένει σταθερό, αναλλοίωτο και κανείς δεν το φτάνει, κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει. Χρειάζεται όμως για να το δείς, το απαραίτητο φως.»
Η ζωγράφος Λουιζ Χατζηλουκά, εκτελείται από τους Ναζί την άνοιξη του 1944 ως συμμετέχουσα στην Αντίσταση. Είχε στην κατοχή της, ένα πίνακα-αυτοπροσωπογραφία του διάσημου στην εποχή του ζωγράφου, Τζόναθαν Ντόντσον, του Σκωτσέζου παππού της από την πλευρά της μητέρας της, και ο οποίος ήταν μέλος ενός καλλιτεχνικού κινήματος της εποχής (δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, που τα μέλη του έγιναν γνωστά με το όνομα «Glasgow Boys»). Ο πίνακας αυτός, ανυπόγραφος και πολύ εντυπωσιακός, είναι ο αγαπημένος της και ακολουθεί την οικογένεια, σε όλες τις διαδρομές της, από την Γλασκώβη, στη Σμύρνη και μετά από τη Μικρασιατική καταστροφή στην Αθήνα και στο διαμέρισμα της οδού Σκουφά στο Κολωνάκι. Η Λουίζ, μια γυναίκα ευαίσθητη και ανήσυχη, προσπαθεί να πάει στο Αλβανικο μέτωπο ως φωτογράφος αλλά της το αρνούνται, γίνεται εθελόντρια νοσοκόμα κατά τη διάρκεια των μηνών του πολέμου και γνωρίζει έναν μυστικοπαθή άντρα, Αιγυπτιώτη, τον Κων/νο Σαββίδη τον οποίο ερωτεύεται και ο οποίος την μυεί στην Αντίσταση μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Εκείνος φεύγει για την Μέση Ανατολή, η Λουίζ παντρεύεται έναν μεγαλοαστό δικηγόρο, τον Λασκαράτο και εν αγνοία του, φωτογραφίζει θύματα του Λιμού που ενέσκηψε στην πόλη τον χειμώνα του 42, όπως και σκηνές της Κατοχής ενώ συνεχίζει την αντιστασιακή της δράση.
Όταν εκείνη συλλαμβάνεται, και καταδικάζεται σε θανατο, ο σύζυγός της πουλάει τον πίνακα στον Γερμανό Διοικητή με την μεσολάβηση ενός γνωστού τους μαυραγορίτη έμπορου τεχνης, με σκοπό να σώσει την Λουίζ. Εκείνη όμως δεν γλυτώνει την εκτέλεση και ο πίνακας αγνοείται. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο Λασκαράτος, ο σύζυγος της Λουίζ, σκοτώνεται από αδέσποτη σφαίρα κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, ενώ ο μαυραγορίτης έχει κι αυτός σκοτωθεί την ίδια περίοδο.
Ο γιός της Λουίζ, ο Νικηφόρος που δεν γνώρισε ποτέ τους γονείς του, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση έγινε κι αυτός δικηγόρος, και προσπαθούσε τα τελευταία χρόνια να βρεί τι απέγινε ο περίφημος πίνακας. Γιατί δεν σώθηκε η Λουίζ μετά την προσφορά αυτή; Είχε φτάσει ποτέ ο πίνακας στα χέρια του Γερμανού ή μήπως είχε μείνει στην κατοχή του μαυραγορίτη; Προσπαθώντας να φτάσει στην αλήθεια, ο Νικηφόρος πεθαίνει κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης. Η κόρη του Λουίζα, εγγονή της Λουίζ και με αρκετές ομοιότητες φυσιογνωμικές μαζί της, αγνοεί τα πάντα, σκαλίζοντας όμως τα χαρτιά του πατέρα της, με τη βοήθεια του βοηθού του, του Πέτρου, που ήταν και προστατευόμενός του προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει.
Η Λουίζα Λασκαράτου, είναι ανθρωπολόγος και διαμένει μόνιμα στην Οξφόρδη, έχοντας απομακρυνθεί από την οικογένεια της όλα αυτά τα χρόνια ενώ με τον πατέρα της ανέκαθεν την συνέδεε μια πολύ τρυφερή σχέση που είχε όμως παγώσει με τα χρόνια. Τώρα, γυρίζει να φροντίσει τα της κηδείας και της κληρονομιάς και βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορία που την άκουγε σαν παραμύθι από εκείνον, για την γιαγιά της και τον παππού της που χάθηκαν κατά την κατοχή και για έναν μυστηριώδη πίνακα. Αναζητά με εμμονή την αλήθεια πίσω από τα γεγονότα, διαβάζει την έρευνα του πατέρα της και με τη βοήθεια πλέον της τεχνολογίας ψάχνει για το αληθινό πρόσωπο των πρωταγωνιστών αυτής της γοητευτικής ιστορίας του πολέμου. Αυτά που ανακαλύπτει ανατρέπουν τελείως αυτά που θεωρούσε δεδομένα, και αποκαθιστούν την ιστορική και οικογενειακή αλήθεια.
Η Παπαλιού ακολουθεί την τεχνική των δύο ιστοριών που ξετυλίγονται παράλληλα. Από τη μια μεταφερόμαστε στην Αθήνα της δεκαετίας του 40, με τις περιπέτειες της Λουίζ Χατζηλουκά και από την άλλη στην Αθήνα και την Αγγλία του 21ου αιώνα με την έρευνα της Λουίζας Λασκαράτου γύρω από τα γεγονότα που σημάδεψαν ανεπανόρθωτα την οικογενειακή της ιστορία. Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο γυναικών-ηρωίδων του βιβλίου πολλές. Είναι και οι δύο δυναμικές και ξεροκέφαλες, γοητευτικές και ξεχωριστές ενώ έχουν πάνω-κάτω την ιδια ηλικία κατά τη διάρκεια της μυθιστορηματικής δράσης. Το ερωτικό στοιχείο δεν λείπει από τις ζωές τους, η Λουίζ ερωτεύεται παράφορα τον στιβαρό Σαββίδη, που είναι «ταγμένος» στον αγώνα, αρνείται να τον ακολουθήσει στην φυγή του στην Μέση Ανατολή και παντρεύεται τον λάθος άνθρωπο, τον εντελώς διαφορετικό από αυτήν, μεγαλοαστό σε όλα του, Λασκαράτο, ενώ η Λουίζα εγκλωβισμένη σε μια σχέση με έναν Άγγλο, ερωτεύεται εκείνον που μισεί περισσότερο από κάθε τι άλλο, τον βοηθό του πατέρα της, τον Πέτρο.
Πολυεπίπεδο και άκρως γοητευτικό το μυθιστόρημα της Παπαλιού είναι πολλά πράγματα μαζί. Μυθιστόρημα μαθητείας με πολύ σασπένς, αστυνομικός γρίφος με πολιτικά στοιχεία, σκιαγράφηση μιας βασανισμένης εποχής μέσα από μια ψύχραιμη ματιά αλλά και μια αινιγματική αλλά και συμβολική ιστορία για την ταυτότητα του Καλλιτέχνη, τις αναζητήσεις του, την μοναδικότητά του, την αναζήτηση της ελληνικότητας μέσα από τους προβληματισμούς της γενιάς του ’30, την αυτοσυνείδηση μέσα από τις σωστές ή λάθος επιλογές που κάνουμε. Μπορεί ο περίφημος πίνακας να είναι πανταχού παρών στα τεκταινόμενα αλλά είναι οι δύο έξοχες γυναίκες που εντυπώνονται στο μυαλό του αναγνώστη τοποθετώντας σε δεύτερο πλάνο τους αντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου.
Η Λουίζ Χατζηλουκά της Παπαλιού προβάλλει ως μια αλησμόνητη μυθιστορηματική φιγούρα, ηρωίδα λογοτεχνικής ολκής, μέσα από την πορεία μιας γυναίκας που αναζητά την ταυτότητά της (μια ζωή ξένη παντού, στην Ελλάδα Σμυρνιά και Σκωτσέζα, στην οικογένεια του άντρα της επαναστάτρια και ατίθαση) που κάνει την «εξέγερσή της», η δε σύγχρονη Λουίζα Λασκαράτου που προσπαθεί κι αυτή να βρεί τον εαυτό της, ποια πραγματικά είναι, τι πραγματικά θέλει, να επανακαθορίσει κάποια πράγματα μέσα της.
Η πλοκή είναι εξαιρετική και πολύ καλά δομημένη, αλλά το ενδιαφέρον μεταξύ των δύο ιστοριών δεν είναι πάντα το ίδιο. Ιδιαίτερα συναρπαστικές οι σελίδες που περιγράφουν τα δραματικά γεγονότα της ζωής της Λουίζ κάνουν τον αναγνώστη να ανυπομονεί για τη συνέχεια της ιστορίας και έτσι η αφήγηση της ιστορίας της Λουίζας «χάνει» σε ένταση και ενδιαφέρον. Σφιχτοδεμένο για τον όγκο του το βιβλίο, θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα αν έλειπαν κάποιες σελίδες με μακροσκελείς συζητήσεις η θεωρητικές (διδακτικές ίσως) εξαγγελίες, ενώ και κάποιοι από τους χαρακτήρες της ιστορίας είναι μάλλον περιττοί αφού δεν προσφέρουν κάτι στην πλοκή.
Οι μικροενστάσεις μου, είναι επουσιώδεις μπροστά στην απόλαυση που σου χαρίζει το «Απαραίτητο φως». Με την καλοκουρδισμένη του αφήγηση και την πανέξυπνη δομή του, σε κρατά καθηλωμένο καθώς «ξεφλουδίζει» με υπομονή και άνεση λόγου την σαγηνευτική και μυστηριώδη (σε κάποιες στιγμές «γοτθικής υφής») ιστορία γύρω από την πορεία του πίνακα. Ένα ωραιότατο «αστικό μυθιστόρημα» της σύγχρονης εποχής χωρίς ιδεολογικές αγκιστρώσεις με ψύχραιμη ματιά και δίχως μελοδραματισμούς, καλοδουλεμένο και με πολλή έρευνα στο υπόβαθρο (η οποία φαίνεται) που, με απλότητα και σαφήνεια περιγράφει μια ωραία ιστορία που δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανέναν.
Η συζήτησή μου με την Ντορίνα Παπαλιού στην εκπομπή Booktalks στο Amagi radio, το Σάββατο 14/12/13 γύρω από το βιβλίο της, αλλά και η υπόλοιπη εκπομπή με αφιέρωμα στον Πότη του Χ.Φάλαντα είναι διαθέσιμη στο podcast που επισυνάπτω. Καλή ακρόαση
Διάσημοι Ελληνες Λογοτέχνες απλώνουν τη τέχνη των λέξεων στην υπηρεσία του αναγνώστη. Αύγουστος Κορτώ, Το βιβλίο της Κατερίνας, Πατάκης Ο Αύγουστος Κορτώ καταθέτει ένα βιβλίο γραμμένο από καρδιάς-και σίγουρα το καλύτερο του. Σάμπως ο,τι έγραφε προηγουμένως να προετοίμαζε το δρόμο για να καταθέσει αυτό το de profundis αφήγημα-κι όλες του οι πρότερες συγγραφικές απόπειρες να ήταν ασκήσεις για να αντιμετωπίσει τη λευκή σελίδα που τον καλούσε να αφηγηθεί την πιο έντονη και δραματική ιστορία της ζωής του-αυτή της μητέρας του. Ανατρέποντας-ή μήπως επιβεβαιώνοντας;- τις φροϊδικές θεωρίες, αναποδογυρίζοντας ψυχαναλυτικά ντιβάνια και βγάζοντας στη φόρα τους σκελετούς από τα ντουλάπια ο Κορτώ γίνεται η μητέρα του, αποκτώντας τη φωνή της και μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο για όσα εκείνη δεν πρόλαβε ή δεν θα μπορούσε ποτέ να εξηγήσει. Το σπαρακτικό αυτό αφήγημα δεν καθίσταται απλώς το κατεξοχήν βιβλίο αγάπης του γιου προς την αυτόχειρα μητέρα του αποκαλύπτοντας όλες τις πτυχές της ψυχικής ασθένειας αλλά και μια καλοστημένη σάγκα για μια άλλη Ελλάδα και για ανθρώπους που δεν ένιωσαν άνετα στις συμβάσεις της. Υπέροχο και βαθύτατα ανθρώπινο-ο πιο συγκινητικός και όμορφος Κορτώ που έχουμε δει ως τώρα. Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δυο, Μεταίχμιο Ένα βιβλίο για την εποχή που οι άνθρωποι είχαν ψυχή, πολιτική αίσθηση και ελεύθερο πνεύμα γραμμένο από μια από τις σπουδαιότερες μυθιστοριογράφους της χώρας μας-κι όχι μόνο για παιδιά. Η Άλκη Ζέη δεν είναι μόνο η αγωνίστρια, η γυναίκα που βγήκε από τα σπάργανα της Αριστεράς για να ενταχθεί στην καλύτερη και πιο περίοπτη ενσαρκωμένη πτυχή της αλλά και η συγγραφέας που αυτοβιογραφείται σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της χρονιάς. Η αφήγηση της ζωής της ξεδιπλώνεται από τη Σάμο ως την Αθήνα, από τη δικτατορία του Μεταξά και τα Δεκεμβριανά, έως το 1945, τη μέρα του γάμου της με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, αποτυπώνοντας τις σχέσεις με ανθρώπους που έμελλε να σφραγίσουν τη μεταπολεμική Ελλάδα: τη Διδώ Σωτηρίου, τον Κουν, τον Γκάτσο, τον Εμπειρίκο, τη Ζωρζ Σαρή, την κολλητή παιδική της φίλη, τη Μελίνα, τον Πλωρίτη, τον Μποστ, τον Κώστα Αξελό, τον Μίμη Δεσποτίδη και τόσους άλλους. Η συγγραφέας της “Αρραβωνιαστικιάς του Αχιλλέα” αποτυπώνει με τον ιδανικότερο τρόπο το χρονικό της ζωής της με φόντο μια πολυταλανισμένη Ελλάδα. Όπως εξομολογείται η ίδια:”Μνήμη και πολλή αγάπη χρειάστηκε για να γράψω την ιστορία της ζωής μου. Στο μυθιστόρημα μπορείς να λες ό,τι φαντάζεσαι, να κινείς τους ήρωές σου όπως θέλεις, να τους βάζεις να λένε ό,τι σκέφτεσαι εσύ. Όταν όμως τα πρόσωπα είναι αληθινά, δεν γίνεται ούτε τοσοδά να λαθέψεις, μια και κανείς τους δεν μπορεί πια να σε επιβεβαιώσει ή να σε διαψεύσει. Ευτυχώς που υπάρχει η αδελφή μου και η μνήμη της είναι αλάνθαστη και η ζωή της μπλέκεται με τη δική μου. Μόλις διάβασε αυτά που έγραψα μου είπε: «Έτσι ζήσαμε, έτσι ήταν αυτοί που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε». «Τώρα» της λέω «που ξαναθυμήθηκες την ιστορία μας θα ’θελες να είχαμε ζήσει μια άλλη ζωή;». «Με τίποτα» μου αποκρίθηκε αυθόρμητα. «Με τίποτα» συμπλήρωσα κι εγώ. Σώτη Τριανταφύλλου, Σπάνιες Γαίες, Πατάκης Η Σώτη Τριανταφύλλου δείχνει να ενθουσιάζεται από τα ιστορικά γεγονότα χωρίς ωστόσο να παρασύρεται από τη δίνη τους: το μεγαλειώδες των προσώπων κρύβεται στις ελάχιστες λεπτομέρειες, στις παράδοξες επιλογές τους, στα περιβάλλοντα όπου μεγαλώνουν και γεννιούνται γι’αυτό και καθορίζονται τόσο ουσιαστικά από τα τεκταινόμενα και τη ροή της ιστορίας. Ωστόσο οι ήρωες διαπλάθονται σε έναν ελεύθερο “διάλογο” με τα βαρυσήμαντα αυτά γεγονότα και όχι με τρόπο ντετερμινιστικό, όπως θα ήθελαν οι οπαδοί των μυθιστορημάτων ιστορικού χαρακτήρα. Πρωταγωνιστής στις “Σπάνιες Γαίες” (από εκδόσεις Πατάκη) είναι ο Πραβιέν Σεργκέγεβιτς ο οποίος ζει και ανδρώνεται στη Ρωσία του Στάλιν. Παρότι σκληραγωγημένος και αυστηρός επιστήμων-εδαφολόγος που αναζητεί τις “Σπάνιες Γαίες”, δηλαδή δυσεύρετα χημικά στοιχεία που παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη της πράσινης τεχνολογίας-ο Πραβιέν τρέφει μεγάλη αγάπη για το τσίρκο. Κι αυτό είναι το ενδιαφέρον με τους αντιφατικούς ήρωες της Τριανταφύλλου: ότι απογειώνουν τη λογική της μεταμόρφωσης ξεδιπλώνοντας περίτεχνες ιστορίες. Καθώς αποκαλύπτει όλες τις πτυχές του κραταιού σύμπαντος που δημιούργησε ο “πατερούλης”-το άλλο όνομα του Στάλιν-το βιβλίο αναδεικνύει μια καλακονισμένη γλώσσα όντας ο,τι καλύτερο έχουμε διαβάσει από τη Σώτη μετά την εξαιρετική αυτοβιογραφία της (“Ο Χρόνος Πάλι”). Ντορινα Παπαλιού, Το απαραίτητο φως, Ίκαρος Η Ντορίνα Παπαλιού τολμάει να καταπιαστεί με ένα τολμηρό θέμα-όπως αυτό της ταυτότητας, της καλλιτεχνικής καταγωγής, του παιχνιδιού ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα-σε ένα μυθιστόρημα που θα χαρακτήριζες “αισθητικοπολιτικό”-αν όχι κοσμοπολιτικό. Η ζωγράφος Λουίζ Χατζηλουκά εκτελείται από τους Γερμανούς την Άνοιξη του ’44 αφήνοντας πίσω της ένα μυστήριο που καλείται να λύσει η εγγονή της, ανθρωπολόγος-με το αστικό ονοματεπώνυμο- Λουίζα Λασκαράτου. Μέσα από μια ιστορία που ανάλογη της έχει διαδραματιστεί σε πολλά σημεία της Ευρώπης, αυτής δηλαδή ενός διάσημου πίνακα που δόθηκε με αντάλλαγμα την ίδια τη ζωή της θρυλικής προγόνου, η Παπαλιού εξυφαίνει ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα με βάθος χαρακτήρων και αστυνομική πλοκή-αλλά και με βάση ένα κοινωνικοπολιτικό ιστορικό πλαίσιο που ξεκινάει από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Χορταστικό και γραμμένο με μια ιδανική ισορροπία το μυθιστόρημα της Παπαλιού εκπλήσσει ευχάριστα με την εκφραστική του επάρκεια και τη βαθιά έρευνα που κρύβει ο ιστορικός μανδύας που το περιβάλλει αρμονικά. Δημήτρης Στεφανάκης, Άρια-Ο κόσμος από την αρχή, Ψυχογιός Ο Δημήτρης Στεφανάκης επιστρέφει με το πιο ώριμο μυθιστόρημα του και με μια δυνατή ιστορία έρωτος, ελληνικής ιστορίας και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Όλα περιπλέκονται αρμονικά σε αυτή τη μυστηριώδη υπόθεση εξαφάνισης που θα φέρει σε επαφή τον Έλληνα διπλωμάτη Στέφανο Μαυροειδή με την αρχαιολογική κοινότητα. Έτσι από τις Μυκήνες και τις ομώνυμες ανασκαφές θα καταλήξει φυγάς στη Μέση Ανατολή τον Απρίλιο του 1941. Πολλά μυστικά αποκαλύπτονται στην πορεία με πλούσιες ιστορικές λεπτομέρειες κι όλα έρχονται στο φως με τον πιο απρόσμενο, περιπετειώδη και συναρπαστικό τρόπο. Ένα βιβλίο που αναμένεται να καταγραφεί στα μπεστ σέλλερ της χρονιάς από τον πολυβραβευμένο και μεταφρασμένο από περίοπτους εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού, Δημήτρη Στεφανάκη. Διαβάστε περισσότερα: http://www.protothema.gr/afieromata/vivlia/article/336157/best-seller-apo-tous-spoudaioterous-ellines-suggrafeis/
Του Αριστοτέλη Σαΐνη Η ελληνική ιστορία με επίκεντρο τον Εμφύλιο αποδεικνύεται και φέτος πρωταγωνιστής, αφού πολλά μυθιστορήματα —με διάθεση κριτική, άλλοτε απομυθοποιητική ή και ριζικά αναθεωρητική— αναζήτησαν στη βαρβαρότητα της μεταπολεμικής ιστορίας απαντήσεις σε σύγχρονα προβλήματα. O Δημήτρης Νόλλας με «Το ταξίδι στην Ελλάδα» (εκδ. Ικαρος) επιχειρεί μιαν οδυνηρή κατάβαση στη νοτισμένη από αίμα βορειοελλαδίτικη ενδοχώρα, ανασκαλεύοντας στον εμφύλιο τα αίτια της σύγχρονης πολιτικής και ηθικής κρίσης. Τη διαλεκτική μνήμης-λήθης ερευνά η Βασιλική Ηλιοπούλου με το δεύτερο μυθιστόρημά της «Η άσκηση του Ροτ» (εκδ. Πατάκη) όπως και η Ελενα Χουζούρη με το «Δύο φορές αθώα» (εκδ. Κέδρος). Στο μυθιστόρημα τεκμηρίων με την ανάμειξη πραγματικών και οιονεί πραγματικών ντοκουμέντων στρέφεται ο Βασίλης Τσιαμπούσης με τη «Γαλάζια αγελάδα» (εκδ. Μεταίχμιο), ανατρέχοντας στα μετεμφυλιακά πάθη στην Ανατολική Μακεδονία. Κι ωστόσο η συγχώρεση και η καταλλαγή του «πολιτικού κακού», με τις συνθήκες γύρω μας να αναζωπυρώνουν υπνώττοντα πάθη, φαντάζει ακόμα μακρινή. Η Ιστορία συναντά το νουάρ στο «Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη» (εκδ. Μεταίχμιο) του Νίκου Γ. Δαββέτα: με καμβά την υπόθεση Μπελογιάννη και αφορμή τη δολοφονία ενός Ελληνα συγγραφέα που κατέχει σχέδια του Πικάσο, ο συγγραφέας διερευνά το θέμα του γνήσιου στον ιστορικό χρόνο και την τέχνη. Με το αστυνομικό μυθιστόρημα διαλέγεται και το δεύτερο μυθιστόρημα του Γιώργου Μπράμου, «Το ψέμα του λύκου» (εκδ. Καστανιώτης), με τους παράλληλους μονολόγους θύτη και θύματος να διασταυρώνονται μεταξύ τους, όπως ακριβώς και οι ιστορίες του παρελθόντος. Γύρω από έναν χαμένο πίνακα που συνδέει την ιστορία γιαγιάς και εγγονής πλέκει η Ντορίνα Παπαλιού το φιλόδοξο και πολυσέλιδο «Το απαραίτητο φως» (εκδ. Ικαρος), το οποίο κινείται με άνεση στο ιστορικό συνεχές του 20ού αιώνα, αντιπαραβάλλοντας διαρκώς τη δεκαετία του 1940 με το σήμερα. Φυγόκεντρη και ανοικτή η νέα μυθιστορηματική σύνθεση της Δήμητρας Κολλιάκου «Το πρόσωπο του ουρανού» (εκδ. Πατάκη), ένα οικογενειακό θρίλερ που εκτυλίσσεται μεταξύ Αγγλίας και Ελλάδας, κάτω από τους συννεφιασμένους ουρανούς της παγκόσμιας κρίσης. Οικογενειακές σχέσεις ερευνά και η Καρολίνα Μέρμηγκα, με το πρώτο της μυθιστόρημα «Συγγενής» (εκδ. Μελάνι). Με αφορμή την αναπάντεχη εμφάνιση μιας άγνωστης κόρης στη ζωή μιας ήσυχης οικογένειας, θέτει ερωτήματα για τη βιολογική και ουσιαστική σχέση συγγένειας. Ο Μάκης Τσίτας υπογράφει με το «Μάρτυς μου ο Θεός» (εκδ. Κίχλη) έναν συγκλονιστικό μονόλογο ενός άνεργου πενηντάρη, τυπικού αντιήρωα της καθημερινότητας, που συνδυάζει τη σπαρταριστή προφορικότητα με την ευρηματική λεξιπλασία. Η πεζογραφία του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη έχει για τα καλά υποδεχτεί το παράξενο ως μέρος του πραγματικού. Με επίκεντρο έναν νεαρό ηθοποιό, «Το ελάχιστο ίχνος» (εκδ. Το Ροδακιό) διηγείται με τον πειστικότερο τρόπο την πιο αναληθοφανή ιστορία, γεμάτη συμπτώσεις και μυστικά, συνταρακτικές αποκαλύψεις και απιθανότητες. Σπουδή στον σταλινικό ολοκληρωτισμό αποτελούν τα απομνημονεύματα ενός κλόουν στο νέο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου «Σπάνιες γαίες» (εκδ. Πατάκη), ενώ η Ευγενία Φακίνου συνεχίζει την παραμυθητική της εξερεύνηση με ένα μυητικό ταξίδι στο σκοτάδι μιας ρημαγμένης γης, όπου υπάρχει ακόμα η ελπίδα της αλληλεγγύης («Πλανόδιοι Θεριστές», εκδ. Καστανιώτης). Στις σημαντικές εκδόσεις της χρονιάς αναμφίβολα το αυτοβιογραφικό χρονικό «Με μολύβι φάμπερ νούμερο 2» (εκδ. Μεταίχμιο) της Αλκης Ζέη. Αλλοτε με δροσερό κοριτσίστικο βλέμμα και άλλοτε με τη ματιά της έμπειρης προικισμένης αφηγήτριας, η Ζέη αφηγείται σαν παραμύθι τα χρόνια της μαθητείας της στη ζωή και την τέχνη, με όριο τον ματωμένο Δεκέμβρη του 1944. Στις λιτές προσωπικές αφηγήσεις του Κάρολου Τσίζεκ «Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις» (εκδ. Κίχλη), συνδυάζονται η στοχαστικότητα και η σάτιρα της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας με την πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη, όπου ο τσέχικης καταγωγής, ιταλικής παιδείας, γραφίστας και ζωγράφος διαμορφώνει την υβριδική του ταυτότητα. Συγκεντρωτική έκδοση του πεζογραφικού έργου του ποιητή Μάρκου Μέσκου, «Πεζογραφήματα» (εκδ. Γαβριηλίδης): πυκνότητα, αμεσότητα και οδυνηρές μνήμες από την προπολεμική Εδεσσα και την εμφυλιοπολεμική Θεσσαλονίκη στην Αθήνα του ’70. Κοινότατες καθημερινές «φέτες ζωής» του αστικού περιβάλλοντος, αποτυπώνουν τα διηγήματα του Πάνου Τσίρου «Δεν είν” έτσι;» (εκδ. Μικρή Aρκτος). Ωστόσο, ο έκτυπος ρεαλισμός των ασήμαντων στιγμιότυπων -που αποκτούν αναδρομικά μυθιστορηματική άρθρωση ή μπορούν να διαβαστούν ως νουβέλα-, δεν αποτελεί παρά μια εύθραυστη επιφάνεια έτοιμη να ραγίσει ή να καταρρεύσει κάθε στιγμή. Με νουβέλα επανήλθε ο Αχιλλέας Κυριακίδης («360», εκδ. Πατάκης) χτίζοντας με τα ελάχιστα απαραίτητα υλικά ένα πολυπρισματικό και κυκλικό μουσικότροπο αφήγημα· ένα τροχαίο ατύχημα σε μια διάβαση πυροδοτεί την έκρηξη του χρόνου στη δίνη του οποίου στροβιλίζονται οι τροχιές των ηρώων: συμπτώσεις, συγκυρίες, κινηματογραφικά και μουσικά διακείμενα δημιουργούν μιαν αριστοτεχνική μινιατούρα. Eνα άλλο ατύχημα δίνει τον τίτλο στις «μικρές ιστορίες» του Τάσου Γουδέλη «Το ωραίο ατύχημα» (εκδ. Κέδρος)· γραφή γεμάτη διακειμενικά θραύσματα και κενά, με την ποιητική αφαίρεση οδηγό και στόχο την υπέρβαση του ρεαλισμού. Τις δικές του διόδους διαφυγής από την ορατή πραγματικότητα αναζητά και ο Φαίδων Ταμβακάκης στον τόμο «Τακτοποίηση αυθαιρέτων» (εκδ. Εκάτη) όπου συγκέντρωσε σκόρπια κείμενά του. Με τον εκδοτικό ρυθμό να επιταχύνεται, λίγο πριν εκπνεύσει η χρονιά, μας πρόλαβε η νέα «λανθάνουσα μυθιστορία» του Κώστα Μαυρουδή «Η Αθανασία των σκύλων» (εκδ. Πόλις). Οι 70 «σύντομες ιστορίες» της, που διαβάζονται σαν γραμμένες από τον ήρωα ενός μυθιστορήματος, ίσως αποτελούν μια ακόμα μεταμόρφωση των γνωστών «στενογραφημάτων» του -νεολογισμός που εικάζω ότι έλκει την καταγωγή από το μπαρτικό «βιογράφημα»-, ενώ η κυνοφιλία είναι η πρόφαση για ένα περίτεχνο ταξίδι στις δημιουργικές εμμονές του συγγραφέα. Διαβάστε περισσότερα: http://www.efsyn.gr/?p=159330
«Το απαραίτητο φως» από την Ντορίνα Παπαλιού (Εκδόσεις Ίκαρος) Είναι το δεύτερο βιβλίο της Ντορίνας Παπαλιού, το πρώτο δικό της που διαβάζω, υπό την επιρροή θετικότατων κριτικών – και όχι άδικα. Με γραφή που ρέει, χαρακτήρες άψογα δομημένους και μια ιστορία που διατρέχει τρεις εποχές, η συγγραφέας κατάφερε να συνθέσει ένα συναρπαστικό βιβλίο που συγκαταλέγεται αναμφισβήτητα στα καλύτερα της χρονιάς που πέρασε. Ειδική μνεία και για τις εκδόσεις Ίκαρος και την εκδοτική παρουσία τους κατά το 2013 – χαρακτηριστικό παράδειγμα ο «Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων«, που εξέδωσαν φέτος και που χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα καλύτερα βιβλία λογοτεχνίας της χρονιάς. Διαβάστε περισσότερα: http://maga.gr/2013/12/08/10-ke-1-protasis-logotechnias/ Copyright © maga.gr
Γ.Ι. Μπαμπασάκης και Κ. Μαργαρίτης Οι Μπόρχες Μπράδερς προτείνουν βιβλία για τους λάτρεις της ζωγραφικής. Από τον Βαν Γκογκ, τον Σεζάν και τον Μπέικον ως τον Κόντογλου, την Χατζηλουκά και τον Παυλόπουλο. Ζωγραφίζοντας Μόνοι Κάτω Από Το Ηφαίστειο Εγώ ζωγράφος ξεκίνησα να γίνω, αλλά μπερδεύτηκα στην πορεία, από το καβαλέτο πέσαμε στα κόμικς, ύστερα στους διαλόγους για τα κόμικς, κι ύστερα έμειναν σκέτοι οι διάλογοι, και το έριξα στο γράψιμο. Τέλος πάντων, με εικόνες ή νότες ή λέξεις, το θέμα είναι να δουλεύουμε, κατά το δυνατόν χωρίς διαλείμματα. Όπως ο Μπέικον: «Δεν χρειάζομαι διαλείμματα· στην πραγματικότητα κανείς δεν χρειάζεται διαλείμματα. Το διάλειμμα είναι μια ιδέα. Ούτως ή άλλως σιχαίνομαι τις διακοπές». Εξάλλου, άμα το έχεις καημό να κρατήσεις ζωντανή τη συνέχεια, είναι μάλλον αδιανόητο να μην δουλεύεις συνεχώς, και είναι αδιανόητο να μην κοιτάζεις γύρω σου με μια λαίμαργη αμφιβολία, με την αδηφαγία ενός ματιού που διερωτάται και που εμμένει, ακόμα και στον αιώνα της α-ορατότητας, να εντοπίζει τα θαύματα. Χρειάζεται να μείνουμε ανήσυχοι, αδιαλείπτως, τώρα που πάνε να μας κρύψουν την πιο όμορφη θέα. Σημειώνει ο Ντανιέλ Αράς: «Τώρα πια, δεν περνάμε από την αξία της λατρείας του μη ορατού έργου στην αξία της έκθεσης, περνάμε από την αξία της έκθεσης στην αξία του μη ορατού, που είναι η λατρεία της ίδιας της έκθεσης και, κατά βάθος, της κουλτούρας. Δεν πηγαίνουμε πια να αποτίσουμε φόρο τιμής στη ζωγραφική, την οποία πλέον δεν βλέπουμε […] αλλά περισσότερο να αποτίσουμε φόρο τιμής στη σκηνοθεσία της κουλτούρας». Δεν με απασχολεί η κουλτούρα, αλλά η ζωή ως ύψιστη μορφή τέχνης. Με απασχολεί το πάντρεμα, η ένωση, η συναίρεση. Ο Ενεστώτας. Γι’ αυτό αγαπώ τον Σεζάν. «Η φύση και η τέχνη δεν είναι διαφορετικές;» Και ο Σεζάν απαντά: «Θα ήθελα να τις συνενώσω. Η τέχνη είναι μια προσωπική σύλληψη. Τοποθετώ αυτήν τη σύλληψη μέσα στην αίσθηση και ζητώ από τη διάνοια να την οργανώσει σε έργο». Κάθε φορά που τον σκέφτομαι, μου έρχεται να πάρω τα σημειωματάρια και να πάω να σταθώ μπροστά στο Λυκαβηττό, περιγράφοντας τη μεταμόρφωση της πέτρας απ’ το πρωί ως το καταμεσήμερο. Κι έτσι θα περιμένω, επικαλούμενος την ανατίναξη της προοπτικής, και την ανάδυση της αγιογραφίας που συνάζει τα σύμπαντα, και μας τα προσφέρει ως Πρόσωπο. «Οι σπουδαίοι μας κριτικοί τα λένε ανάποδα. Κι ενώ τους πιάνει σεληνιασμός για τον Θεοτοκόπουλο, δεν χωνεύουνε τους Βυζαντινούς απ’ τους οποίους βγήκε. Λένε επαναστάτη τον Greco, ενώ ήτανε συντηρητικός. Συγχίζουνε τον εξυπνάκια με τον γνήσιο, τη γερή ιδιοσυγκρασία με τον σαχλονεωτεριστή: Ο Θεοτοκόπουλος ήτανε ένας απ’ τους άσημους, όπως τους λένε, που φτιάνουνε την παράδοση». Είναι εύκολο να σνομπάρεις τον Κόντογλου –το δύσκολο είναι να τον ακούσεις και να του μιλήσεις, αυτό θέλει κότσια. Φοβάμαι, όμως, ότι οι αγχωμένοι της πρωτοτυπίας, θα ξεμπέρδευαν μαζί του, μ’ εκείνο το αιώνιο «δεν ξέρεις τι λες». «Εγώ, σε μια παρόμοια περίπτωση, δε θ’ άντεχα άλλο χωρίς να κάνω έγκλημα, να μου λένε: “Κύριε Αρτό, δεν ξέρετε τι λέτε”, όπως μου συνέβη τόσο συχνά. Ο Βαν Γκογκ άκουσε να του το λένε. Και απ’ αυτό, έσφιξε στο λαιμό του τον αιμάτινο κόμπο που τον σκότωσε”». Δεν βαριέσαι. Μετά γίνεται μια έκθεση με έργα του, και τότε γυμνώνονται οι μικρές ψυχές αυτών «που παρελαύνουν τώρα μπροστά από τον Βαν Γκογκ, του οποίου την εποχή που ζούσε, αυτοί ή οι πατέρες τους και οι μητέρες τους, στρίψανε καλά το λαρύγγι. Αλλά ένα απ’ αυτά τα βράδια για τα οποία μιλώ, δεν έπεσε μια τεράστια άσπρη πέτρα στη γωνία της λεωφόρου Μαντλέν και της οδού Ματουρέν, σαν να βγήκε από μια πρόσφατη έκρηξη του ηφαιστείου Ποποκατεπέτλ;» //David Sylvester, Η Ωμότητα Των Πραγμάτων. Συζητήσεις Με Τον Francis Bacon, μτφρ. Σπύρος Παντελάκης, Άγρα / Daniel Arrasse, Ιστορίες Ζωγραφικής, μτφρ. Μαρία Μάνδακα, Εστία / Maurice Merleau-Ponty, Η Αμφιβολία Του Σεζάν. Το Μάτι Και Το Πνεύμα, μτφρ. Αλέκα Μουρίκη, Νεφέλη / Φώτης Κόντογλου, Για Να Πάρουμε Μια Ιδέα Περί Ζωγραφικής, Αρμός / Antonin Artaud, Βαν Γκογκ, Ο Αυτόχειρας Της Κοινωνίας, μτφρ. Δέσποινα Ψάλλη, Αιγόκερως. KM * * * Προσοχή, Χρώματα! Ο ζωγράφος Ντέργουατ, μες στις απάτες του Τομ Ρίπλεϋ, να τον υποδύεται ο μέγας Νίκολας Ρέι στον θρυλικό Αμερικανό Φίλο του Βιμ Βέντερς. Τον έχει πλάσει με τη φαντασία της και μας τον έχει δωρίσει η Πατρίσια Χάισμιθ. Οι απάτες σχετικά με πίνακες του Ντέργουατ και η εμπλοκή του Ρίπλεϋ με την Γκαλερί Μπακμάστερ του Λονδίνου φτάνουν μέχρι την Ελλάδα, την Αθήνα και την Ικαρία στα χρόνια της δικτατορίας. «Ήταν πέντε το πρωί όταν έφτασαν στον Πειραιά. Ο καπετάν Αντωνίου ήταν ζαλισμένος από τη χαρά του, τα χρήματα, την κούραση ή το ούζο», διαβάζουμε στη σ. 264 του μυθιστορήματος Ο Ρίπλεϋ κάτω απ’ το χώμα. Η ζωγράφος Λουίζ Χατζηλουκά, που μας φέρνει στο νου τον Γιώργο Χατζημιχάλη και τον Στέλιο Παπαλουκά, μες στους λαβυρίνθους του μυθιστορήματος Απαραίτητο Φως της Ντορίνας Παπαλιού, όπου οι γνώσεις της ζωγραφικής, η σύγχρονη ελληνική ιστορία, το μυστήριο και οι απώλειες, προπάντων όμως οι διαλεκτικές ίνες που ελίσσονται από το μέλλον στο παρελθόν κι από κει στο παρόν, συνθέτουν ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Η ζωγράφος Λουίζ Χατζηλουκά, που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς με την κατηγορία της κατασκοπίας τον Μάιο του 1944, νεότατη, και που σύμφωνα με την επιμελήτρια και ιστορικό τέχνης Μαριλίζα Σουρέλη (τα ονόματα που επινοεί η Παπαλιού είναι λαμπρά, θα συναντήσετε κι έναν Σπηλιόπουλο) άλλο δεν έκανε από το να παλεύει για μιαν ισορροπία ανάμεσα στο χρώμα και στο φως, «Εκεί με βρίσκει η ματιά της. Κι όλα αυτά μέσα σε μια δεκαετία, με περίπου τριακόσια έργα που μας είναι γνωστά. Αυτό όμως που πετυχαίνει στα έργα της πάνω απ’ όλα, θα έλεγα πως είναι ο επαναστοχασμός της πραγματικότητας». Ο ζωγράφος Αμεντέο Μοντιλιάνι, που τον λάτρεψε η Ζαν Εμπιτέρν στα δεκαεννιά της, το 1917, για να τον χάσει και να χαθεί και ίδια μόλις τρία χρόνια αργότερα, μέσα από το ημερολόγιό της όπως το φαντάστηκε η συγγραφέας Φρανς Υζέρ. «Πήρα ένα μολύβι και, σαν εσένα, άρχισα κι εγώ να σχεδιάζω: ήθελα να κατακτήσω ως και την ανάσα σου». Ο ζωγράφος Giorgione και το έργο του Οι Τρεις Φιλόσοφοι στο πόνημα του Francis Haskel, Η δύσκολη γέννηση του βιβλίου τέχνης όπου παρακολουθούμε, σαν να διαβάζουμε συναρπαστικό μυθιστόρημα την περιπέτεια που οδήγησε στην έκδοση του πρώτου βιβλίου τέχνης. Θα δούμε εδώ και πώς κάποιες κρίσιμες κινήσεις ή χειρονομίες αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο δεξιωνόμαστε τα έργα τέχνης αλλά και τη γεωγραφία των δυνάμεων που καθορίζουν την ιστορία της τέχνης. «Στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι η Ρώμη ως το βασικό εκδοτικό κέντρο των βιβλίων τέχνης αντικαταστάθηκε από το Παρίσι, οφείλεται στην ξαφνική και καινοφανή σημασία που απέκτησε το τελευταίο, στα 1720, ως κέντρο της μεγάλης ιταλικής τέχνης», διαβάζουμε στη σ. 37. Ο ζωγράφος Τάσος Παυλόπουλος γράφει, και μάλιστα γράφει πολύ καλά. «Η Τέχνη είναι το πιο απλό πράγμα του κόσμου. Κόβεις το αυτί σου και ξεμπερδεύεις», αποφαίνεται ο καλλιτέχνης! / /Patricia Highsmith, Ο Ρίπλεϋ κάτω απ’ το χώμα, μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδ. Άγρα / Φρανς Υζέρ, Το κορίτσι με το πορτοκαλένιο χείλι, μτφρ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Μεταίχμιο / Francis Haskel, Η δύσκολη γέννηση του βιβλίου τέχνης, μτφρ. Παναγιώτης Ιωάννου, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης / Τάσος Παυλόπουλος, Happy Days, Εκδόσεις Τέχνης Οίστρος. Όλα είναι Χρώμα, Andro.gr
Παρουσίαση του μυθιστορήματος της Ντορίνας Παπαλιού από τον Τεύκρο Μιχαηλίδη Στη σκοτεινή περίοδο της Κατοχής, σήμερα, 75 χρόνια μετά, περιμένουμε να χυθεί Το Απαραίτητο Φως. Στη δράση και τις διασυνδέσεις των αντιστασιακών οργανώσεων κατά την περίοδο της Κατοχής επιβάλλεται να χυθεί Το Απαραίτητο Φως. Στην τύχη των εκατοντάδων (ή χιλιάδων) έργων τέχνης που έκλεψαν οι Γερμανοί από τις κατεχόμενες χώρες, χρειάζεται να χυθεί Το Απαραίτητο Φως. Στις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις ενός καλλιτέχνη με τους ομότεχνούς του και τον κοινωνικό του περίγυρο είναι ενδιαφέρον να χύνεται Το Απαραίτητο Φως. Στη δύσκολη εφηβεία ενός κοριτσιού από χωρισμένη οικογένεια και στη σχέση του με τον καθένα από τους γονιούς του είναι πάντοτε χρήσιμο να χύνεται Το Απαραίτητο Φως… Τρεις χαρακτήρες, τρεις άνθρωποι από τρεις διαφορετικές εποχές, δυο γυναίκες κι ένας άνδρας, αποτελούν τον καμβά του εξαιρετικού μυθιστορήματος που μας χάρισε πρόσφατα η Ντορίνα Παπαλιού το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Ένας ζωγράφος από τα τέλη του 19ου αιώνα, μια ηρωίδα της αντίστασης και μια νέα γυναίκα του καιρού μας είναι οι κεντρικοί ήρωες γύρω από τους οποίους στρέφεται η αφήγηση. Από το 2006, πίσω στο 1940 κι ακόμα πιο πίσω στο 1888 όταν ένας ζωγράφος της σχολής της Γλασκόβης βρίσκει Το Απαραίτητο Φως για να ζωγραφίζει την αυτοπροσωπογραφία του. Τι έγινε στ’ αλήθεια αυτός ο πίνακας; Κίνησε από τη νότια Γαλλία, ταξίδεψε στην Αφρική, στάθμευσε στην Αθήνα κι ύστερα πήγε ένας θεός ξέρει πού αλλού, περνώντας μέσα από τα μονοπάτια της προδοσίας, της εξαγοράς, του εκβιασμού. Για να μας δώσει αυτή τη συνταρακτική ιστορία που εκτείνεται σε μια περίοδο 120 περίπου ετών, η Παπαλιού μάζεψε άφθονο ιστορικό υλικό και το διαχειρίστηκε με θαυμαστή μαεστρία: σε κανένα σημείο δεν ξεφεύγει από το πλαίσιο του μυθιστορήματος, παρόλο που πέρα από αυτό είναι μια θαυμαστή και με σοφή δοσολογία ιστορική αφήγηση κι ένα δοκίμιο πάνω στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης. Με τέχνη περισσή έχτισε η Παπαλιού τους χαρακτήρες της: τη Λουίζ που η φύτρα της βαστάει από παντού αλλά που η ίδια είναι δεμένη με την μια και μοναδική πόλη που υιοθετεί ως «την πόλη της» – τόσο δεμένη που προτιμά να χάσει τη ζωή της παρά να την εγκαταλείψει. Ο αναγνώστης θα τη λατρέψει αμέσως καθώς θα τριγυρίζουνε μαζί στους δρόμους της Αθήνας του ’40 και θα επισκέπτονται κτήρια που έχουν πάψει από καιρό να υπάρχουν. Στον αντίποδα της Λουίζ, η Λουίζα, η εγγονή της. Στριμμένη, εσωστρεφής, ανίκανη να ερωτευτεί, φορτωμένη βαρίδια από την παιδική της ηλικία, αρχικά θα μας ξενίσει. Σιγά σιγά θα τη γνωρίσουμε, θα την καταλάβουμε, ίσως και θα την αγαπήσουμε. Ο τρίτος ήρωας, ο «διάσημος Σκωτσέζος ζωγράφος», αν και σπάνια εμφανίζεται «λάιβ» είναι πανταχού παρών. Στην αρχή κυριαρχεί το μυστήριο της τύχης του έργου του: ποιος το πήρε, με ποιους όρους και τι απόγινε. Σταδιακά όμως αποκαλύπτεται ένα δεύτερο μυστήριο: πώς δημιουργήθηκε αυτό το έργο, μοναδικό, ξεχωριστό, ολότελα διαφορετικό απ’ όλες τις άλλες δημιουργίες του; Οι κύριοι χαρακτήρες περιστοιχίζονται από μια σειρά έξυπνα διαλεγμένους και περίτεχνα χτισμένους «δευτεραγωνιστές» που έρχονται να χρωματίσουν και να ζωντανέψουν το σκηνικό της κάθε εποχής: Ο γιος της Λουίζ και πατέρας της Λουίζας, ο Πέτρος, ο εξ απορρήτων του, η Ίρις, η παιδική φίλη της Λουίζας και η αντίστοιχη Δάφνη, η φίλη της Λουίζ, ο τραυματίας της Αλβανίας Κώστας Σαββίδης, όλοι τους επιδέξια τοποθετημένοι σ’ έναν υπέροχο πίνακα ζωγραφικής, φωτισμένο κι αυτόν με Το Απαραίτητο Φως. Διαβάζοντας κάποιος το μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού, απολαμβάνοντας την αβίαστη ροή του λόγου, την εναλλαγή των σκηνών, την τεκμηρίωση, τον προβληματισμό, τις συνεχείς ανατροπές θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει «έργο ζωής». Εγώ είμαι πιο αισιόδοξος: Περιμένω στα επόμενα χρόνια ένα έργο το ίδιο μεστό, ζωντανό και απολαυστικό. Μέχρι τότε, διαβάζω και ξαναδιαβάζω Το Απαραίτητο Φως και σε κάθε ανάγνωση ανακαλύπτω κάτι καινούργιο.
Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ Τι σύμπτωση! Λίγο πριν ξεσπάσει στη Γερμανία το σκάνδαλο Γκούρλιτ που έμελλε να φέρει ξανά στο διεθνές προσκήνιο τη λεηλασία από τους ναζί εκατοντάδων χιλιάδων έργων τέχνης μεταξύ 1935-1945, κυκλοφόρησε στη χώρα μας ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με «πρωταγωνιστή» έναν πολύτιμο πίνακα που υποτίθεται πως είχε δοθεί σε Γερμανό αξιωματούχο επί Κατοχής ως αντάλλαγμα για τη ζωή μιας Αθηναίας, καταδικασμένης για την αντιστασιακή της δράση. Ο λόγος, για το «Απαραίτητο φως» της Ντορίνας Παπαλιού (εκδ. Ικαρος), με το πλούσιο πραγματολογικό υλικό που αφομοιώνεται δεξιοτεχνικά στις σελίδες του βιβλίου. Γι’ αυτό ειδικά το κομμάτι της πλοκής που σχετίζεται με τα έργα τέχνης που εξαφανίστηκαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από ποια βιβλία κυρίως άντλησε πληροφορίες η συγγραφέας; Διόλου συμπτωματικά το πρώτο όνομα που μας αναφέρει η Παπαλιού είναι αυτό του Ελληνοαμερικανού καθηγητή Ιστορίας Τζόναθαν Πετρόπουλος, συστηματικού μελετητή επί μια εικοσιπενταετία της σχέσης των εθνικοσοσιαλιστών με την τέχνη, το βιβλίο του οποίου «The Faustian Bargain» («Το παζάρι του Φάουστ») στάθηκε για την ίδια «πραγματική πηγή έμπνευσης». Εδώ ο Πετρόπουλος επιχειρεί να συλλάβει την ψυχολογία εκείνων των ιστορικών τέχνης, των επιμελητών εκθέσεων, των κριτικών ή των διευθυντών μουσείων που πούλησαν την ψυχή τους στους ναζί, διψασμένοι για αναγνώριση, πλούτο και εξουσία, και οι οποίοι, στη συνέχεια, μολονότι εγκληματίες, όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά ανακατέλαβαν τα πόστα που είχαν πριν τον πόλεμο… Αξιοσέβαστος τεχνοκριτικός ήταν πριν την άνοδο του ναζισμού κι ο εβραϊκής καταγωγής Χίλντεμπραντι Γκούρλιτ, σύμφωνα με το πολύκροτο ρεπορτάζ του «Focus», ο οποίος την περίοδο του Γ’ Ράιχ απέκτησε σε εξευτελιστικές τιμές από κυνηγημένους εβραίους σημαντικό μέρος της συλλογής που εντοπίστηκε πρόσφατα στο διαμέρισμα του υπερήλικα γιου και κληρονόμου του, Κορνήλιου, στο Μόναχο. Μετά τον πόλεμο, όμως, εμφανιζόταν ως σωτήρας των ομοθρήσκων του και προστάτης των «εκφυλισμένων» ζωγράφων και ουδέποτε λογοδότησε για οτιδήποτε. Το γεγονός ότι οι γερμανικές αρχές κράτησαν κρυφή την ιστορία επί δύο σχεδόν χρόνια στηλιτεύτηκε δεόντως από τον Τζόναθαν Πετρόπουλος, που, ως ειδικός, κλήθηκε από όλα τα μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία να σχολιάσει την υπόθεση. Σφορδές ήταν όμως και οι αντιδράσεις του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συμβουλίου, με αποτέλεσμα από την περασμένη Δευτέρα ν’ ανοίξει ένα παραθυράκι στον περίφημο «θησαυρό των ναζί»: στον ιστότοπο www.lostart.de της ομοσπονδιακής υπηρεσίας για τα χαμένα έργα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έχουν ήδη αναρτηθεί φωτογραφίες 25 από τους 1.406 πίνακες που βρέθηκαν – ανάμεσά τους έργα των Σαγκάλ, Ντελακρουά, Οτο Ντιξ και Ματίς. Μαρτυρίες εβραίων Ενα άλλο βιβλίο που στάθηκε ιδιαίτερα χρήσιμο στην Ντορίνα Παπαλιού είναι το -επίσης αμετάφραστο στα ελληνικά- «The lost museum» του πορτορικανής καταγωγής Αμερικανού ιστορικού Εκτορ Φελιτσιάνο. «Σ’ αυτό», λέει, «υπάρχουν άφθονες μαρτυρίες εβραίων, κι είναι εντυπωσιακό πόσες διαφορετικές ιστορίες κρύβονται πίσω από κάθε περίπτωση. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους που έχασαν στον πόλεμο τα πάντα, ένα έργο τέχνης, πέρα από την οικονομική του αξία, είναι ίσως το μοναδικό αντικείμενο που μπορεί να τους συνδέσει με το χαμένο παρελθόν τους». Ο Φελιτσιάνο είχε πρόσβαση σε γερμανικά αρχεία και υπήρξε συνομιλητής πολλών γαλλικών οικογενειών, όπως οι Ρότσιλντ ή οι Ρόζενμπεργκ, οι συλλογές έργων τέχνης των οποίων λεηλατήθηκαν από τους ναζί. Οι υπεύθυνοι όμως των γαλλικών μουσείων δεν φάνηκαν διατεθειμένοι να συνεργαστούν μαζί του, απρόθυμοι να θέσουν υπό αμφισβήτηση το ιδιοκτησιακό καθεστώς των έργων που τα μουσεία είχαν αποκτήσει αμέσως μετά την απελευθέρωση. «Απ’ ό,τι έχω καταλάβει», λέει η Παπαλιού, «στην Ελλάδα δεν είχαμε ανάλογα περιστατικά». Σε παλιότερες δηλώσεις του, το ίδιο υποστήριζε κι ο Τζόναθαν Πετρόπουλος – ότι η πολιτιστική λεηλασία που υπέστη η Ελλάδα ήταν σχετικά μικρή σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πρόσφατα εντούτοις δήλωσε στα «Νέα» ότι έργα τέχνης σαν αυτά που ανακαλύφθηκαν στο Μόναχο θα μπορούσαν να έχουν αρπάξει οι Γερμανοί επί Κατοχής κι από εβραίους στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και τη Ρόδο. Γεγονός ωστόσο είναι πως καμιά σχετική καταγγελία δεν έχει αναφερθεί στο Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο της Ελλάδας. Οπως δήλωσε στην «Ε» ο γενικός του γραμματέας Βίκτωρ Ελιέζερ, «δεν έχουμε δεχτεί ώς τώρα τέτοιο αίτημα διεκδίκησης». Τις τελευταίες μέρες συγκροτήθηκε στη Γερμανία μια επιτροπή αποτελούμενη «από τουλάχιστον έξι εμπειρογνώμονες», η οποία υπό την εποπτεία της υφυπουργού Πολιτισμού Ινγκεμποργκ Μπέργκεεν-Μέρκελ θα ερευνήσει την προέλευση των έργων της συλλογής Γκούρλιτ. Απ’ ό,τι φαίνεται, γύρω στα 380 από αυτά είχαν αφαιρεθεί νομίμως από διάφορα μουσεία ως δείγματα «εκφυλισμένης τέχνης», πράγμα που σημαίνει ότι ο κληρονόμος της συλλογής -τον οποίο συνέλαβε ο φακός του «Paris Match» να κάνει ελεύθερος τα ψώνια του στο Μόναχο- θα μπορούσε κάλλιστα να τα επανακτήσει. Η προέλευση όμως των υπολοίπων πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς, ώστε να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. «Βάσει της νεότερης νομοθεσίας», όπως αναφέρει κι η Παπαλιού στο μυθιστόρημά της, «καμία πώληση έργων τέχνης σε Γερμανούς στα χρόνια του πολέμου δεν θεωρείται πλέον έγκυρη, μια και οι ιδιοκτήτες τους μπορεί να είχαν υποχρεωθεί με ποικίλους τρόπους να παραδώσουν τα έργα τους». Υπάρχει όμως κι άλλη μία σύμπτωση. Η αναζήτηση έργων τέχνης που είχαν κατασχεθεί από τους ναζί, και μάλιστα από μια στρατιωτική μονάδα αποτελούμενη από διευθυντές μουσείων, συντηρητές και ιστορικούς τέχνης, αποτελεί και το θέμα του «The monuments men», της καινούργιας ταινίας του Τζορτζ Κλούνι. Θρίλερ γυρισμένο στη Γερμανία, με πρωταγωνιστές τους Ματ Ντέιμον, Μπιλ Μάρεϊ, Τζον Γκούντμαν, Κέιτ Μπλάνσετ και τον ίδιο τον Κλούνι, θα προβληθεί στις ΗΠΑ στις αρχές Φεβρουαρίου, ενώ η ευρωπαϊκή του πρεμιέρα θα γίνει τον ίδιο μήνα στο 64ο Φεστιβάλ Βερολίνου. Καλύτερο τάιμινγκ για την προώθησή της δεν θα μπορούσε να υπάρξει!
Ονόματα: Ακούγονται ξανά και ξανά, και ολοένα και περισσότερο. Και δικαίως. Δικαίως διότι έχουν ταλέντο και το καλλιεργούν, έχουν ταλέντο και το δουλεύουν γερά, δεν το αφήνουν να εξαχνωθεί, να σβήσει μες στη φιλαρέσκεια, μες στην απατηλή άνεση να χαθεί. Ονόματα: Ευγενία Μπογιάνου, , Κάλλια Παπαδάκη, Μαρία Φακίνου, Ελισάβετ Χρονοπούλου, Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Ελεάννα Βλαστού, Βασιλική Ηλιοπούλου, Ντορίνα Παπαλιού. Γράφουν βιβλία που συζητιούνται, βιβλία που ήρθαν για να μείνουν, βιβλία που πλουτίζουν το νοητικό μας οπλοστάσιο και τιμούν την ευαισθησία μας. Είναι παιδιά, ξαδέρφια, ανίψια ή παιδιά της Μαρίας Μήτσορα και της Φρίντας Λιάππα. Ντορίνα Παπαλιού: «Ποιος ήταν αυτός ο Σαββίδης και γιατί είχε στην κατοχή του τη φωτογραφία της Λουίζ με τον πίνακα, ο πατέρας της δεν το ανέφερε στην αίτηση. Ούτε εξήγησε ο πατέρας της στη Μόντεγκιου το πώς ακριβώς έφτασε η φωτογραφία αυτή από τον Σαββίδη στα χέρια του. Δεν θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αίτηση, υπέθεσε η Λουίζα. Και συνέχισε να διαβάζει παρακάτω, το δεύτερο και το πιο κρίσιμο σκέλος της αίτησης, την ιστορία της κλοπής του πίνακα». Πολλές ερωτήσεις, πολλές έρευνες, πολλές αναζητήσεις, πολλές απαντήσεις. Πολλές περιπλανήσεις στο τότε και στο τώρα, στην ιστορία και στο νυν. Η Ντορίνα Παπαλιού αισθάνεται, και αυτή, όπως και αρκετοί από εμάς που θέλουμε με το χαρτί και το μολύβι να εναντιωνόμαστε στη λήθη, την ανάγκη να εκδράμει στο παρελθόν και να ανακαλύψει εκεί τις ρίζες όσων ταλανίζουν ή σώζουν το παρόν. Το Απαραίτητο Φως (εκδ. Ίκαρος) συμβάλλει στην αυτογνωσία μας. Με τρόπο τερπνό, φυσικά, όπως αρμόζει σε ένα μυθιστόρημα, και δη πολυσέλιδο: με σασπένς στα δρώμενα και με γράψιμο cool, άνετο, ενίοτε αποστασιοποιημένο συναισθηματικά, αλλά πάντα κοντά στα πρόσωπα και στα γεγονότα (μου θύμισε το στυλ του μεγάλου ηθοποιού Ντερκ Μπόγκαρντ όταν έγραφε ωραιότατα μυθιστορήματα τη δεκαετία του ογδόντα). Θα επανέλθουμε στο Απαραίτητο Φως, το οποίο σήμερα παρουσιάζεται στον Ιανό, από τον έγκριτο αθηναιολόγο Νίκο Βατόπουλο, τον πολιτικό επιστήμονα Νίκο Μαραντζίδη και την εικαστικό Κατερίνα Ζαχαροπούλου. «Η φωνή της, μουσική στ’ αυτιά του, η φωνή της που τόσο πολύ του είχε λείψει, είχε αρχίσει την αφήγηση σε αντάντε, είχε περάσει σε αλέγκρο και τώρα η παύση της, σαν να έπεσε σε λάθος στιγμή, άφηνε το στακάτο από τα γρήγορα βήματά της, με τα ψηλά τακούνια που φορούσε, έτσι όπως χτυπούσαν πάνω στο πεζοδρόμιο, να ακούγονται παράφωνα». Πηγή: www.lifo.gr
Η Ντορίνα Παπαλιού ένιωθε από παιδί την ανάγκη να εκφραστεί γράφοντας, αλλά «την καταπίεζα», όπως ομολογεί. «Επειδή και οι δύο γονείς μου ασχολούνταν με τον κινηματογράφο, με τρόμαζε η ανασφάλεια της δημιουργικότητας και ό,τι έγραφα το πέταγα, χωρίς να το έχει διαβάσει κανείς». Να όμως που στα 30 της έβαλε τις ακαδημαϊκές της περγαμηνές στην άκρη -έχει σπουδάσει νευροβιολογία, ιστορία και ανθρωπολογία στις ΗΠΑ και τη Βρετανία- κι ώς τα 40 υπέγραψε πέντε ιστορίες για παιδιά, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα σαν κόμικς, το «Γκάτερ», και «Το απαραίτητο φως» που εκδίδεται τώρα από τον «Ικαρο». Ογκώδες -πάνω από 600 σελίδες- και με πλοκή αριστοτεχνικά δομημένη, το νέο της βιβλίο κρύβει πίσω του ολόκληρη βιβλιοθήκη, καθώς σημαντικό μέρος του διαδραματίζεται στην Κατοχή, ενώ τα πλοκάμια του απλώνονται από τις καλλιτεχνικές ανησυχίες μιας ομάδας πρωτοπόρων Σκοτσέζων ζωγράφων του 19ου αιώνα ώς αυτές των εκπροσώπων της Γενιάς του ’30, και από τη δράση ελληνικών και βρετανικών αντιστασιακών οργανώσεων ώς τις αναζητήσεις έργων τέχνης που κλάπηκαν κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Πράγματι», λέει, «διάβασα πολύ, όχι μόνο πριν το ξεκινήσω, αλλά κι όσο καιρό το δούλευα, ώστε να καταλάβω τι συνέβαινε σε περιόδους που δεν ζούσα, να μπω στην ατμόσφαιρα που επικρατούσε και να μπορώ να τοποθετήσω ιδεολογικά τους ήρωές μου». Ο χαμένος πίνακας Μολονότι βασισμένο σε τόσες ιστορικές πληροφορίες, το «Απαραίτητο φως» δεν θυμίζει στιγμή εγκυκλοπαιδικό ανάγνωσμα. Με τις πιο απλές λέξεις του κόσμου, η Παπαλιού αφηγείται δύο παράλληλες ερωτικές ιστορίες -η μία σύγχρονη, η άλλη από τα χρόνια του ’40- και κρατώντας ώς το τέλος αμείωτο το σασπένς, φωτίζει το μυστήριο που καλύπτει τα ίχνη ενός χαμένου πίνακα. Φιλοδοξία της ήταν να εξερευνήσει ουσιαστικά το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτά που συμβαίνουν και αυτά που μεταφέρονται έπειτα γραπτά ή προφορικά, τις σχέσεις της απώλειας με τη μνήμη, τους εύθραυστους δεσμούς που ενώνουν το παρελθόν με το σήμερα. Κι έπειτα από τριάμισι χρόνια δουλειάς, υπό την πειθαρχία που είχε αποκτήσει ως πρωταθλήτρια της ιππασίας στην εφηβεία της, τα κατάφερε και με το παραπάνω. Το «Απαραίτητο φως» ανοίγει με την άφιξη από την Οξφόρδη στην Αθήνα της ανθρωπολόγου Λουίζας Λασκαράτου, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με το τελευταίο «μήνυμα» που πρόλαβε να της αφήσει ο πατέρας της πριν από τον ξαφνικό θάνατό του: μια φωτογραφία με τη μοναδική αυτοπροσωπογραφία του φημισμένου Σκοτσέζου ζωγράφου, που ήταν ο προπάππος της. Μια φωτογραφία όπου, πέρα από τον πίνακα, απαθανατίζεται σε νεαρή ηλικία και η γιαγιά της ηρωίδας, η Λουίζ Χατζηλουκά, επίσης ζωγράφος, μαθήτρια -μυθιστορηματική αδεία- του Παρθένη προπολεμικά και γητεμένη από το αττικό φως ώς το μεδούλι, η οποία είχε εκτελεστεί από τους Γερμανούς παραμονές των Δεκεμβριανών, με την κατηγορία της κατασκοπίας. Παιδί χωρισμένων γονιών, με απέχθεια προς τη μητέρα της και ανομολόγητη αδυναμία στον πατέρα της, τον οποίο δεν είχε χορτάσει ποτέ της, η Λουίζα Λασκαράτου κουβαλά σαν φυλαχτό την ιστορία του συγκεκριμένου πίνακα. Την άκουγε μικρή από τα χείλη του μπαμπά της αντί γι’ άλλο παραμύθι, μαθαίνοντας έτσι και την πολυκύμαντη ιστορία των προγόνων της με τις σκοτσέζικες και μικρασιάτικες ρίζες. Οπως σύντομα θα διαπιστώσει, η ιστορία του εξαφανισμένου από το ’44 πίνακα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εκτέλεση της γιαγιάς της. Και με τη βοήθεια ενός νεαρού δικηγόρου που λάτρευε να μισεί, επειδή θεωρούσε ότι καρπωνόταν την αγάπη του πατέρα της που της αναλογούσε, θα ριχτεί σε μια περιπέτεια που θα κλονίσει όλες τις βεβαιότητες που έτρεφε. Το «ηρωικό» παραμύθι των παιδικών της χρόνων θ’ αποδειχτεί πως φέρει πολλές σκιές. Η αποκάλυψη όμως της αλήθειας θα τη λυτρώσει. Ερωτας και πόλεμος Η Ντορίνα Παπαλιού ανήκει σε μια «ανιστόρητη γενιά» ως προς τα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Σήμερα πάντως είναι σίγουρη: «Αν είχες ψυχή, δεν υπήρχε περίπτωση να μείνεις ουδέτερος εκείνα τα χρόνια. Το στρατόπεδο πάντως που διαλέγει κανείς πιστεύω πως εξαρτάται κυρίως από τα βιώματά του». Η αστικής καταγωγής Λουίζ Χατζηλουκά, η ηρωίδα με την οποία ταυτίζεται περισσότερο η ίδια, από το ξέσπασμα κιόλας του ελληνοϊταλικού πολέμου παραμερίζει τη ζωγραφική και διοχετεύει όλη της την ενέργεια στη φροντίδα των τραυματισμένων φαντάρων στο νοσοκομείο που είχε στηθεί στους χώρους του Αρσακείου. Εκεί είναι που θα γνωρίσει έναν άντρα αλεξανδρινής καταγωγής που διατηρεί επαφές με τη βρετανική οργάνωση SOE και με κίνδυνο της ζωής της θα τον βοηθήσει στην αντιστασιακή του δράση. Η ερωτική έλξη που νιώθουν μεταξύ τους έρχεται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις απαιτήσεις του αγώνα, αλλά το γαλάζιο βλέμμα της Χατζηλουκά στην περίφημη φωτογραφία όπου ποζάρει μπροστά στην αυτοπροσωπογραφία του παππού της, αυτό τον άντρα αντικρίζει. Και είναι -αλίμονο- αυτό το βλέμμα, πειστήριο του έρωτά της, που θα την οδηγήσει μια ώρα αρχύτερα στο απόσπασμα… Δεν χρειάζεται ν’ αποκαλύψουμε περισσότερα. Η αναζήτηση του χαμένου πίνακα στο «Απαραίτητο φως» είναι το ιδανικό όχημα για να ταξιδέψουμε στη Γλασκόβη, στη Σμύρνη, στην κατοχική Αθήνα, αλλά και στην Αρλ, όπου και το «κίτρινο σπίτι» του Βαν Γκογκ, να προσεγγίσουμε το αίτημα της αυθεντικότητας στην τέχνη, αλλά και το αίτημα της αγάπης που εκφράζουν σχεδόν όλοι οι ήρωες του βιβλίου, και να ευχηθούμε να μη ζήσουμε ποτέ ξανά τόσο βίαιους καιρούς σαν αυτούς που ζωντανεύει η Παπαλιού με τη λιτή, κινηματογραφική γραφή της. Ο Απόστολος Δοξιάδης άραγε, με τον οποίο είναι παντρεμένη από 23 χρόνων, πόσο στενά παρακολούθησε τη δημιουργία του μυθιστορήματός της; «Στο σπίτι μας», απαντά, «είναι κανόνας να μη μιλάει κανείς για τα γραπτά του μέχρι να τα ολοκληρώσει. Οποτε ήμουν σε απόγνωση, όμως, φρόντιζε πάντα να με καθησυχάζει. Αυτό του χρωστάω, την απόλυτη εμπιστοσύνη!». Η Γενιά του ’30 στην Αντίσταση
ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ στο δικηγορικό γραφείο για να συναντήσει τον Πέτρο. Κι αυτό όχι επειδή τον επιθύμησε, αλλά επειδή χρειαζόταν δυστυχώς τη βοήθειά του για να διεκπεραιώσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα αυτό το οποίο είχε αποφασίσει: να πουλήσει το διαμέρισμα του πατέρα της. Η ζωή της ήταν πια αλλού, το σπίτι του πατέρα της σύμβολο μιας ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Ήθελε να ξαναφύγει το συντομότερο, την επομένη αν γινόταν, από τον κόσμο που είχε αφήσει εδώ και χρόνια πίσω της και που τώρα, με έναν παράδοξο τρόπο, μέσα από τις κασέτες και τη φωτογραφία που της άφησε ο πατέρας της, ήταν σαν να προσπαθούσε να χωθεί ξανά στη ζωή της, προκαλώντας της μια βαθιά αίσθηση νοσταλγίας για εκείνον που δεν ήταν πια εκεί, γεμίζοντάς την με ενοχές για την απόμακρη στάση που επέλεξε να κρατήσει απέναντί του, για την αποτυχία της να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα όταν ακόμα ήταν αυτό δυνατόν. Έπρεπε να φύγει αμέσως. Αυτή την περίοδο, άλλωστε, της είχε ανατεθεί το στήσιμο μιας νέας έκθεσης με αφρικανικά εκθέματα στη μικρή αίθουσα του μουσείου ανθρωπολογίας Pitt Rivers, στην Οξφόρδη. Ο χρόνος πίεζε να επιστρέψει. Η νεαρή ασκούμενη δικηγόρος που της άνοιξε την πόρτα την ενημέρωσε με την αφόρητη, τσιριχτή φωνή της πως ο «κύριος Πέτρος» θα αργούσε λιγάκι, γιατί είχε κάποιο εφετείο. Θα τον περίμενε λοιπόν, της είπε η Λουίζα και προχώρησε. Αντίθετα όμως από την προηγουμένη, που δεν είχε τολμήσει ούτε να πλησιάσει τη μισάνοιχτη πόρτα του γραφείου του πατέρα της, τώρα την άνοιξε και μπήκε χωρίς δισταγμό, με μια πρωτόγνωρη περιέργεια. Μέσα στην ησυχία του γραφείου του τίποτα δεν της θύμιζε τον πατέρα της. Ελάχιστες φορές τον είχε επισκεφθεί εδώ και δεν είχε μια συγκεκριμένη εικόνα του μέσα στο χώρο – ήταν ένα δωμάτιο χωρίς μνήμες. Δεν της άρεσε να έρχεται εδώ, δεν το συμπαθούσε καθόλου το γραφείο του, για την ακρίβεια το μισούσε. Τα χρόνια της παιδικής της ηλικίας ήταν ο πιο περίτρανος εχθρός της, εκεί κατοικούσε ο δράκος που την κατατρόπωνε με ένα του φύσημα μονάχα, καθώς εκείνη το έβαζε στα πόδια πριν καν αρχίσει η μάχη. Κάθισε στην καρέκλα του πατέρα της και ασυναίσθητα εστίασε στη σβηστή οθόνη του υπολογιστή του. Ήταν μεσημέρι και η αϋπνία, παρά τους δυνατούς καφέδες που είχε πιεί, της είχε φέρει μια ελαφριά ζαλάδα. Όλη νύχτα είχε μείνει ξάγρυπνη ακούγοντας τις κασέτες μέχρι να τις ολοκληρώσει. Οι εξιστορήσεις των ανθρώπων αυτών, οι διαφορετικές αλλά παρόμοιες εκδοχές της ίδιας ιστορίας, της σύλληψης και της εκτέλεσης τής Λουίζ Χατζηλουκά, δεν την είχαν νανουρίσει. Δεν ήταν αυτός άλλωστε ο σκοπός των αφηγητών τους. Δεν είχαν ούτε στο ελάχιστο τη γλαφυρότητα της περιγραφής του πατέρα της, έτσι όπως τον θυμόταν να της αφηγείται αυτό το κομμάτι της ιστορίας, που αφορούσε τα χρόνια της Κατοχής: τη γιαγιά και τον παππού της να κάνουν πράξεις ηρωικές που άγγιζαν τα όρια του φανταστικού, που θύμιζαν περισσότερο χαρακτήρες υπερηρώων από αμερικάνικα κόμικς παρά πραγματικούς ανθρώπους, κατακτώντας έτσι την προσήλωσή της και κερδίζοντας το θαυμασμό της, τόσο για τους πρωταγωνιστές, όσο και για εκείνον που της έλεγε την ιστορία τους. Περιείχαν όμως κάτι άλλο οι αφηγήσεις στις κασέτες, μια νέα, πιο ακριβή, αρκετά όμως διαφορετική ιστορία. Η έκπληξη που ένιωσε ύστερα από τις μαρτυρίες που άκουσε ήταν μεγάλη. Μέχρι την προηγουμένη, τα ελάχιστα που γνώριζε η ενήλικη Λουίζα ως αναμφισβήτητα πραγματικά γεγονότα για τους γονείς του πατέρα της ήταν πως η Λουίζ Χατζηλουκά είχε συλληφθεί και εκτελεστεί από τους Γερμανούς το Μάιο του 1944, για τον ενεργό ρόλο της στην Αντίσταση. Ο άντρας της, ο δικηγόρος Αλέξης Λασκαράτος, που με τις επαφές του έκανε ό,τι μπόρεσε για να τη σώσει, είχε σκοτωθεί από αδέσποτη σφαίρα στους δρόμους της Αθήνας λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση, το Δεκέμβρη του ’44. Οι ημερομηνίες ήταν χαραγμένες πάνω στον τάφο τους και στο μυαλό της. Όσο για τον πίνακα της ιστορίας της, τον συνδετικό κρίκο στην οικογενειακή αυτή σάγκα που άρχιζε με τη ζωή του παππού τής Λουίζ Χατζηλουκά, του ζωγράφου Τζόναθαν Ντόντσον, κάπου στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα στη Γλασκόβη, και τελείωνε τα χρόνια της Κατοχής στην Αθήνα, με το θάνατο τής Λουίζ Χατζηλουκά και του Αλέξη Λασκαράτου, αυτό που ήξερε η Λουίζα ήταν πως είχε κατά πάσα πιθανότητα κλαπεί από τους Ναζί, όταν συνέλαβαν τη γιαγιά της. Μέσα από τις κασέτες που άκουσε, όμως, η αλήθεια για το τι συνέβη στους δύο πρωταγωνιστές της ιστορίας, αλλά και στον πίνακα, γινόταν πιο συγκεκριμένη. Η Λουίζ Χατζηλουκά είχε συλληφθεί για κατασκοπία από τους Γερμανούς το Μάρτιο του ’44, σε μια αποθήκη, κοντά στο λιμάνι του Πειραιά. Ύστερα από δύο μήνες κράτησης στις φυλακές Αβέρωφ και στο στρατόπεδο στο Χαϊδάρι, η Λουίζ εκτελέστηκε. Ο Αλέξης Λασκαράτος, που σύμφωνα με τις μαρτυρίες, είχε καταφέρει να σώσει πολλούς από το εκτελεστικό απόσπασμα τα χρόνια της Κατοχής, με τις επαφές του ως διαπρεπούς δικηγόρου, έκανε πράγματι ό,τι ήταν δυνατόν για να τη σώσει. Δεν ήταν όμως αυτά πράξεις υπερηρωικές, προσπαθώντας, όπως φανταζόταν μικρή η Λουίζα, να την απαγάγει από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως με διάφορους απίθανους τρόπους. Χρησιμοποίησε αρχικά τις επαφές του, αλλά όταν αυτές δεν απέδωσαν κατέφυγε σε μια πολύ συγκεκριμένη πράξη: τη δωροδοκία. Ο Αλέξης Λασκαράτος έδωσε τον πίνακα του Ντόντσον, σε έναν μεσάζοντα, κάποιον παλαιοπώλη και έμπορο έργων τέχνης ονόματι Μανώλη Σεβαστάκη, ο οποίος είχε αναπτύξει στενές επαφές με τις δυνάμεις κατοχής, κι εκείνος με τη σειρά του σε έναν γερμανό αξιωματικό, κάποιον Έρικ Φλάισλεν, ως αντάλλαγμα για τη ζωή τής Λουίζ. Όμως ο Γερμανός, αξιωματικός των Ες Ντε, της γερμανικής μυστικής υπηρεσίας αντικατασκοπίας, παρά τις διαβεβαιώσεις που είχε λάβει ο Αλέξης Λασκαράτος από τον μεσάζοντα, και ενώ έλαβε το εξαιρετικά πολύτιμο αντάλλαγμα, προς μεγάλη έκπληξη όσων γνώριζαν, υπέγραψε τελικά την καταδικαστική απόφαση και η Λουίζ Χατζηλουκά εκτελέστηκε. Λίγους μήνες αργότερα, μετά την απελευθέρωση, ο Αλέξης Λασκαράτος πράγματι σκοτώθηκε στα Δεκεμβριανά, όπως ήξερε η Λουίζα. Δεν ήταν όμως από μια αδέσποτη σφαίρα, γενικώς και αορίστως, αλλά το πιθανότερο από σφαίρα ελασιτών, άγνωστο το πώς και το γιατί, όταν εκείνος βρέθηκε, επίσης άγνωστο για ποιο λόγο, σε περιοχή υπό τον δικό τους έλεγχο. Η Λουίζα αναρωτήθηκε, έτσι όπως ήταν καθισμένη στην καρέκλα του πατέρα της, γιατί δεν της είχε πει ποτέ αυτή την εκδοχή της ιστορίας. Αν όχι όταν ήταν μικρή, έστω αργότερα; Όποτε ο πατέρας της τύχαινε να αναφερθεί στους γονείς του, τόσο στα παιδικά της χρόνια όσο και στην ενήλικη ζωή της, ήταν πάντοτε με μια απλή φράση, μια σύντομη αναφορά σ’ εκείνους που «χάθηκαν στην Κατοχή». Δεν έλεγε τίποτε περισσότερο γι’ αυτούς. Κι αυτή η μοναδική του φράση είχε κάτι το απόλυτο, ούτε πίκρα ούτε θυμό. Ήταν σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο να ειπωθεί για κείνους ή σαν να μην μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτούς έξω από το πλαίσιο της αφήγησης της ιστορίας που της έλεγε όταν ήταν μικρή, της ιστορίας που είχε στο επίκεντρό της την αυτοπροσωπογραφία του Ντόντσον. Κι εκείνη ποτέ δεν επέμεινε με ερωτήσεις. Της είχε περάσει από το νου, όταν ήταν μεγάλη πια, πως ίσως ο πατέρας της δεν γνώριζε περισσότερα για τους γονείς του, ντρεπόταν γι’ αυτό και κατά συνέπεια απέφευγε το θέμα. Απ’ ό,τι φάνηκε όμως τώρα, το τελευταίο δεν μπορούσε να ισχύει. Από τις χρονολογίες των συνεντεύξεων στις κασέτες, ήταν βέβαιο πως όταν ο πατέρας της διηγόταν σ’ εκείνη την ιστορία που αφορούσε τα χρόνια της Κατοχής, γνώριζε ήδη πολύ καλά τις μαρτυρίες που είχε συλλέξει, αυτές που μέχρι το θάνατό του δεν τις είχε αναφέρει στη Λουίζα ποτέ – ούτε τις ίδιες, ούτε εμμέσως το περιεχόμενό τους. Η ουσία όμως της παιδικής της ιστορίας παρέμενε η ίδια. Ή μήπως όχι; Σίγουρα δεν υστερούσαν σε ηρωισμό οι τόσο πιο συγκεκριμένες εξιστορήσεις που είχε μόλις ακούσει. Κι ο πίνακας, όπως κι αν είχαν τα πράγματα, στα χέρια των Γερμανών είχε καταλήξει και σε αυτή την εκδοχή. Ήταν όμως φανερό πως παρέμεναν ορισμένα κρίσιμα αναπάντητα ερωτήματα, τόσο σ’ εκείνον που ρωτούσε τους μάρτυρές του, όσο και στην ίδια. Κατ’ αρχάς, σε ποια αντιστασιακή οργάνωση μπορεί να συμμετείχε η Λουίζ για να έμπλεξε με την κατασκοπία. Αυτό κανείς από τους συνομιλητές του πατέρα της δεν το γνώριζε. Τόσο συνωμοτική ήταν λοιπόν η δράση της, που δεν την ήξερε ούτε ο άντρας της, ούτε οι στενοί της φίλοι – αν όχι τότε, έστω αργότερα, όταν τελείωσε ο πόλεμος; «Το πιο πιθανό είναι να ήταν μέλος κάποιας οργάνωσης που συνεργαζόταν με τους Άγγλους», ανέφερε στις κασέτες ο φίλος του Αλέξη Λασκαράτου, Στρατής Αργυρός. «Κρυφά από τον άνδρα της που την ήθελε ασφαλή στο σπίτι τους να ζωγραφίζει και να φροντίζει εσένα», είχε συμπληρώσει. «Ένα μικρό διάστημα πέρασε από το ΕΑΜ αλλά δεν παρέμεινε», είπε ο ποιητής, ο Μάρκος Βελίδης. Αυτό είχε γίνει καθώς «την είχε πάρει μαζί της σε συναντήσεις του ΕΑΜ η Ιουλία Καρύστη, η ηθοποιός, που η Λουίζ την είχε γνωρίσει από μένα». Ή πάλι, η φίλη της Δάφνη Νομικού είχε πει: «Η Λουίζ όλο γύριζε στους δρόμους με μια κάμερα κρυμμένη. Ειδικά το χειμώνα του μεγάλου λιμού. Τραβούσε συνέχεια φωτογραφίες. Ήθελε να τις βγάλει έξω, αλλά δεν νομίζω πως βρήκε ποτέ κάποια άκρη. Δεν έμοιαζε τότε να είχε επαφές με κάποια οργάνωση ή πρόσωπα, να ήταν κάπου οργανωμένη. Με ρωτούσε εμένα μήπως ήξερα κάποιον από τον Ερυθρό Σταυρό, να βοηθήσει. Αλλά εγώ δεν ήξερα». Κι ακόμα: «Τον πρώτο καιρό της Κατοχής θυμάμαι πως έβρισκε φάρμακα για τους άγγλους στρατιώτες που κρύβονταν. Τι έκανε αργότερα, με ποιους έμπλεξε, ένας θεός το ξέρει. Στο ΕΑΜ σίγουρα δεν ήταν. Ο Λασκαράτος δεν τους είχε καμία εμπιστοσύνη και σε αυτό τουλάχιστον θα την είχε πείσει. Τον θυμάμαι τον πατέρα σου, ένα βράδυ που τον συνάντησα στο σπίτι τους, όταν μάθαμε ότι συνέλαβαν τη Λουίζ να μονολογεί, “πού πήγε κι έμπλεξε η Λουίζ”, “γιατί μου το έκανε αυτό”. Τι να του έλεγα του Αλέξη έτσι όπως με κοίταζε με τρόμο στα μάτια; Αν ήξερε ή δεν ήξερε όμως το πού ανήκε η Λουίζ, εμένα δεν μου το είπε. Έκανε πάντως ό,τι περνούσε από το χέρι του για να τη σώσει μετά τη σύλληψή της». Το δεύτερο που παρατήρησε η Λουίζα στις συζητήσεις του πατέρα της ήταν πως δεν υπήρχε καμία σοβαρή και βάσιμη αιτιολόγηση στο γιατί, αφού είχε επιτευχθεί μια τόσο συγκεκριμένη συμφωνία για τη σωτηρία τής Λουίζ, με τη δωροδοκία ενός καίριου προσώπου –όλοι οι μάρτυρες γνώριζαν για τον πίνακα που είχε δοθεί από τον παππού της μέσω του Σεβαστάκη στον γερμανό αξιωματικό–, η Λουίζ Χατζηλουκά τελικά εκτελέστηκε. Αυτό κανείς δεν μπορούσε να το απαντήσει. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληγαν οι περισσότεροι ήταν ανάμεσα στο ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση να γλιτώσεις κάποιον από καταδίκη για κατασκοπία και στο ότι ο γερμανός αξιωματικός τούς ξεγέλασε. Όσο για την τύχη του πίνακα του Ντόντσον από τη στιγμή που έπεσε στα χέρια του Έρικ Φλάισλεν των Ες Ντε, παρέμενε κι αυτό αναπάντητο – και ο πίνακας «ένας ακόμη αγνοούμενος πολέμου», όπως έλεγε ο πατέρας της. Το τρίτο και τελευταίο κενό ήταν ότι κανείς δεν γνώριζε γιατί σκότωσαν τον Αλέξη Λασκαράτο στα Δεκεμβριανά. Στο εύλογο ερώτημα του πατέρα της, σχετικά με το τι γύρευε στην ελασοκρατούμενη περιοχή όπου έχασε τη ζωή του στις 14 του Δεκέμβρη, κανείς δεν ήξερε να απαντήσει. «Από τραγική σύμπτωση» είπε κάποιος, ενώ ένας άλλος θεώρησε πως η εξήγηση ίσως βρισκόταν στο ότι το σώμα του βρέθηκε κοντά στα όρια της ζώνης του ΕΑΜ, άρα ίσως ο Αλέξης να μπερδεύτηκε ή και να εγκλωβίστηκε εκεί σε ώρα που ανταλλάσσονταν πυρά. Για το γεγονός πως ο Λασκαράτος δεν είχε συμπάθειες στο ΕΑΜ δεν υπήρχε αμφιβολία, και το ξεκαθάρισε ο Στρατής Αργυρός, που για ένα μεγάλο διάστημα της Κατοχής, απ’ ό,τι ανέφερε, ήταν στο βουνό – όχι με τον ΕΛΑΣ, αλλά με τον αντάρτικο στρατό του ΕΔΕΣ. «Ο Αλέξης, από την ίδρυση του ΕΑΜ κιόλας, είχε διακρίνει τον έλεγχο του ΚΚΕ, και μιλούσε πολύ γι’ αυτό. Κάποιοι ίσως να το ήξεραν, και να τον αναγνώρισαν, ή και να τους προκάλεσε με κάποιο τρόπο και να βρήκαν την τέλεια ευκαιρία να ξεκάνουν άλλον έναν “εχθρό του λαού”». Ο Αργυρός τόνισε πάντως ότι «ο Αλέξης δεν είχε καμία εμπλοκή με αντιστασιακές οργανώσεις, παρέμεινε αμέτοχος στα χρόνια της Κατοχής, βοηθώντας απλώς τους διωκόμενους από τη θέση του και με τις γνωριμίες του, όσο μπορούσε». Τέλος, η ηθοποιός Ιουλία Καρύστη, με φανερά διαφορετική οπτική στα πράγματα περί της σωστής και λανθασμένης πλευράς στην εμφυλιακή σύρραξη, αποφάνθηκε ότι ο Αλέξης Λασκαράτος «βρέθηκε στη λάθος μεριά του δρόμου τη λάθος στιγμή». Αποσπασματικές φράσεις από τις κασέτες και τα τρία αυτά αναπάντητα ερωτήματα γύριζαν στο μυαλό της Λουίζας όσο περίμενε τον Πέτρο, προσπαθώντας να καταλάβει τη σημασία των ντοκουμέντων που της άφησε ο πατέρας της. Ο γερμανός αξιωματικός που έλεγαν πως πήρε τον πίνακα τι να είχε απογίνει; είχε δικαστεί ποτέ ως εγκληματίας πολέμου, όπως αρκετοί άλλοι; μπορεί να ζούσε ακόμη; τον είχε άραγε αναζητήσει ποτέ ο πατέρας της; Δεν είχε μια τέτοια ένδειξη από τις κασέτες. Ο πίνακας φυσικά δεν είχε βρεθεί. Κι εκείνος ο παλαιοπώλης ο Σεβαστάκης; ο μεσάζων; γιατί δεν είχε πάρει συνέντευξη κι απ’ αυτόν ή κάποιον γνωστό του ο πατέρας της, σ’ αυτή την τόσο επίμονη καταγραφή του; Θα ήταν ο πρώτος στον οποίο θα κατέφευγε η ίδια. Μήπως δεν ζούσε πια όταν ο πατέρας της άρχισε να ψάχνει; Προδημοσίευση από ΤΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΦΩΣ στο περιοδικό Bookpress